Η Johnson & Johnson κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό ύψους 5,5 δισ. δολαρίων, με στόχο να δώσει τέλος σε δεκάδες χιλιάδες αγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες που αφορούν το διάσημο προϊόν ταλκ της εταιρείας. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η μακροχρόνια χρήση του προϊόντος, το οποίο φέρεται να περιείχε αμίαντο, συνέβαλε στην εμφάνιση σοβαρών μορφών καρκίνου, μεταξύ των οποίων το μεσοθηλίωμα και ο καρκίνος των ωοθηκών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της συμφωνίας, αυτή αφορά περίπου 76.000 υποθέσεις καταναλωτών, ενώ η ίδια η εταιρεία αναφέρει ότι καλύπτει περίπου 69.000 εκκρεμείς αγωγές που είχαν κατατεθεί σε ομοσπονδιακά και πολιτειακά δικαστήρια, αντιπροσωπεύοντας το 99,75% των εναπομενουσών αξιώσεων αποζημίωσης που σχετίζονται με το ταλκ. Η συμφωνία αφορά αποκλειστικά τις υφιστάμενες αγωγές και δεν επεκτείνεται σε ενδεχόμενες μελλοντικές διεκδικήσεις.
Η δικαστική διαμάχη γύρω από το προϊόν διαρκεί εδώ και αρκετά χρόνια και έχει οδηγήσει σε πολυάριθμες δικαστικές αποφάσεις, εφέσεις και καταβολές σημαντικών αποζημιώσεων. Παράλληλα, η Johnson & Johnson είχε επιχειρήσει κατά το παρελθόν να αντιμετωπίσει το κύμα αγωγών μέσω διαδικασιών πτώχευσης θυγατρικών εταιρειών, χωρίς όμως να καταφέρει να δώσει οριστική λύση στο ζήτημα.
Κατά τη διάρκεια πρόσφατης δικαστικής διαδικασίας στο Λος Άντζελες, ο David A. Kessler, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της αμερικανικής Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) από το 1990 έως το 1997, κατέθεσε ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Johnson & Johnson γνώριζε πως ορισμένα δείγματα ταλκ περιείχαν υψηλές συγκεντρώσεις αμιάντου. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, τα στοιχεία που παραδόθηκαν στις αμερικανικές αρχές παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα επιμόλυνσης, γεγονός που χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριωθεί η ασφάλεια του προϊόντος.
Η Johnson & Johnson έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι τα προϊόντα της ήταν επικίνδυνα ή ότι γνώριζε την ύπαρξη αιτιώδους σχέσης μεταξύ της χρήσης του ταλκ και της εμφάνισης καρκίνου. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το ταλκ της ήταν ασφαλές και ότι πολυάριθμες επιστημονικές μελέτες δεν έχουν αποδείξει με σαφήνεια την ύπαρξη τέτοιας συσχέτισης.
Ενδεικτικά, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2020 και βασίστηκε σε στοιχεία περίπου 250.000 γυναικών δεν κατέδειξε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της χρήσης προϊόντων ταλκ στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και της εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών. Η συγκεκριμένη μελέτη είχε χρησιμοποιηθεί από την εταιρεία για να υποστηρίξει τις θέσεις της στις δικαστικές διαμάχες.
Παράλληλα, η Johnson & Johnson απέσυρε το προϊόν ταλκ από την αγορά της Βόρειας Αμερικής, αντικαθιστώντας το με νέα σύνθεση που βασίζεται στο άμυλο καλαμποκιού. Η αλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε ενώ οι δικαστικές διαμάχες βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, χωρίς η εταιρεία να αναγνωρίσει ότι το προηγούμενο προϊόν ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός των 5,5 δισ. δολαρίων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες αποζημίωσης στην ιστορία των καταναλωτικών προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες και αναμένεται να σηματοδοτήσει το τέλος ενός πολυετούς και ιδιαίτερα δαπανηρού δικαστικού κεφαλαίου για τη Johnson & Johnson. Ωστόσο, η επιστημονική και νομική συζήτηση γύρω από την ασφάλεια των προϊόντων ταλκ εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος διεθνώς.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ντομάτες: Ποια ώρα της ημέρας προσφέρουν περισσότερα αντιοξειδωτικά και πότε μπορεί να προκαλέσουν καούρα
- Έχετε σκληρό ή μαλακό νερό στο σπίτι σας; Πώς θα το αναγνωρίσετε και πώς επηρεάζει τις συσκευές αλλά και το δέρμα και τα μαλλιά σας