Ασφάλεια, βιωσιμότητα και διαφάνεια δεν είναι πλέον επιλογές για τον κλάδο αλλά προϋποθέσεις επιβίωσης στην αγορά
Ο κλάδος των θαλασσινών είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους πυλώνες της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας. Περίπου 600 εκατομμύρια άνθρωποι εξαρτώνται από αυτόν για τη διατροφή και τα μέσα διαβίωσής τους, με τη συντριπτική πλειονότητα να ζει στον παγκόσμιο νότο. Ταυτόχρονα, 2,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι αντιμετώπισαν επισιτιστική ανασφάλεια το 2023, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), και ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να φτάσει τα 10,3 δισεκατομμύρια μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2080. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη επέκτασης της παραγωγής θαλασσινών δεν είναι επιχειρηματική επιλογή αλλά αναγκαιότητα.
Τα δεδομένα του FAO δείχνουν ότι ήδη από το 2022 η χρήση θαλασσινών για ανθρώπινη διατροφή υπερβαίνει την προσφορά από άγρια αλιεία και υδατοκαλλιέργειες. Αυτό δεν είναι μελλοντικό σενάριο. Είναι ήδη πραγματικότητα που επιδεινώνεται. Για να διατηρηθεί η σημερινή κατά κεφαλήν κατανάλωση έως το 2050, θα χρειαστεί σημαντική αύξηση της παραγωγής, και αν η ζήτηση συνεχίσει να ανεβαίνει, η απαιτούμενη ανάπτυξη θα πρέπει να είναι ακόμα μεγαλύτερη.
Αυτή η πίεση ασκείται σε έναν κλάδο που ήδη αντιμετωπίζει αυξανόμενο κόστος λειτουργίας, κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν τους πληθυσμούς ψαριών, και έντονο ανταγωνισμό. Παράλληλα, οι απαιτήσεις από τους καταναλωτές, τις κυβερνήσεις και τους αγοραστές της αλυσίδας εφοδιασμού διευρύνονται ραγδαία. Το 73% των καταναλωτών σε έρευνα του GlobeScan σε 23 χώρες δηλώνει ότι τα θαλασσινά πρέπει να προέρχονται από βιώσιμες πηγές, ποσοστό αυξημένο κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες σε δύο χρόνια. Στις ΗΠΑ, το 50% των καταναλωτών κατατάσσεται πλέον στο λεγόμενο «sustainability-focused» τμήμα αγοραστών, από 29% μόλις δύο χρόνια πριν.
Ασφάλεια και βιωσιμότητα
Η συγγραφέας του άρθρου, Lisa Goché, CEO της Seafood Collaborators LLC και στέλεχος με δεκαετίες εμπειρίας στον κλάδο, προτείνει μια θεμελιακή αλλαγή στον τρόπο που οι επιχειρήσεις θαλασσινών αντιλαμβάνονται τη βιωσιμότητα και την ασφάλεια τροφίμων. Αντί να τις αντιμετωπίζουν ως κόστος συμμόρφωσης, πρέπει να τις ενσωματώσουν στην επιχειρηματική στρατηγική ως μοχλό εσόδων.
Τα στοιχεία υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Σε έρευνα της Deloitte και του NYU Stern Center for Sustainable Business το 2024, το 99% από 350 στελέχη της παγκόσμιας βιομηχανίας τροφίμων και γεωργίας ανέφερε αύξηση εσόδων μετά από επενδύσεις σε στρατηγικές βιωσιμότητας, ενώ το 98% ανέφερε μείωση κόστους. Η Goché υποστηρίζει ότι η επιτυχία απαιτεί τη συνεργασία τεσσάρων λειτουργιών που στις περισσότερες εταιρείες λειτουργούν ακόμα σε απομόνωση η μία από την άλλη: επιχειρηματική ανάπτυξη, ασφάλεια τροφίμων, ποιότητα και περιβαλλοντική-κοινωνική ευθύνη.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο επίσης σφίγγει. Νέα νομοθεσία στις ΗΠΑ, την ΕΕ, τον Καναδά και την Ιαπωνία στοχεύει στην ανιχνευσιμότητα της αλυσίδας εφοδιασμού, στην αποτροπή της παράνομης αλιείας και στην εξάλειψη καταναγκαστικής εργασίας. Για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν προετοιμαστεί, αυτές οι εξελίξεις συνιστούν κίνδυνο. Για όσες έχουν επενδύσει εγκαίρως σε συστήματα επαλήθευσης, πιστοποίησης και διαφάνειας, αποτελούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Πηγή: FAO. 2024. The State of World Fisheries and Aquaculture 2024—Blue Transformation in Action. Rome. DOI: https://doi.org/10.4060/cd0683en.