Η παρουσία μικροπλαστικών στο πόσιμο νερό εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο εντατικής επιστημονικής έρευνας, καθώς οι διαθέσιμες μελέτες εξετάζουν τόσο την προέλευση των σωματιδίων όσο και την πιθανή έκθεση των καταναλωτών μέσω της καθημερινής κατανάλωσης νερού. Νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Universidade da Madeira και συνεργαζόμενων πορτογαλικών ερευνητικών φορέων και δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Molecules, αξιολόγησε την παρουσία μικροπλαστικών σε εμφιαλωμένο και νερό δικτύου στη νήσο Μαδέρα, καταγράφοντας τη χημική τους σύσταση, τη μορφολογία, το μέγεθος και την εκτιμώμενη ημερήσια έκθεση των καταναλωτών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται πάνω από 100.000 γιαούρτια λόγω επικίνδυνης αστοχίας στις διαδικασίες παραγωγής
Μικροπλαστικά έχουν εντοπιστεί σε ανθρώπινα βιολογικά δείγματα, όπως αίμα, πλακούντα, πνεύμονες, ήπαρ και κόπρανα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένα σωματίδια μπορούν να μεταφερθούν στον οργανισμό. Παράλληλα, πειραματικές μελέτες έχουν συνδέσει την έκθεση σε μικροπλαστικά με φλεγμονώδεις αντιδράσεις, οξειδωτικό στρες, διαταραχές των κυτταρικών μεμβρανών και του ενδοκρινικού συστήματος. Επιπλέον, τα μικροπλαστικά μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς χημικών προσθέτων, όπως η δισφαινόλη Α και οι φθαλικές ενώσεις, καθώς και περιβαλλοντικών ρύπων, όπως βαρέα μέταλλα και έμμονοι οργανικοί ρύποι, αυξάνοντας το συνολικό τοξικολογικό φορτίο. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επιπτώσεις της χρόνιας έκθεσης σε χαμηλές συγκεντρώσεις μικροπλαστικών δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί πλήρως και απαιτούνται περαιτέρω τοξικολογικές μελέτες και αξιολογήσεις κινδύνου.
Οι ερευνητές ανέλυσαν συνολικά 22 δείγματα πόσιμου νερού, εκ των οποίων δέκα ήταν εμφιαλωμένα, τέσσερα φυσικά μεταλλικά και έξι αρωματισμένα ή ανθρακούχα, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονταν από δίκτυα ύδρευσης. Για την ταυτοποίηση των μικροπλαστικών χρησιμοποιήθηκαν στερεομικροσκοπία και μικροσκοπία υπέρυθρης φασματοσκοπίας μετασχηματισμού Fourier (μ-FTIR), μία από τις πλέον αξιόπιστες τεχνικές επιβεβαίωσης της χημικής σύστασης πολυμερών. Από τα 428 σωματίδια που εντοπίστηκαν, τα 65 επιβεβαιώθηκαν ως μικροπλαστικά, ενώ δεν ανιχνεύθηκαν μικροπλαστικά στα δείγματα ελέγχου της εργαστηριακής διαδικασίας, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.
Η μελέτη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο εμφιαλωμένο νερό, καθώς διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ φυσικού μεταλλικού και αρωματισμένου νερού. Οι υψηλότερες μέσες συγκεντρώσεις μικροπλαστικών καταγράφηκαν στα αρωματισμένα εμφιαλωμένα νερά, με μέσο όρο 2,00 μικροπλαστικά ανά λίτρο, ενώ στο νερό δικτύου η αντίστοιχη τιμή ήταν 1,30 μικροπλαστικά ανά λίτρο και στα φυσικά μεταλλικά νερά 0,59 μικροπλαστικά ανά λίτρο. Παρότι οι στατιστικές αναλύσεις δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κατηγοριών νερού, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στα αρωματισμένα προϊόντα συνδέονται πιθανόν με τα επιπλέον στάδια παραγωγής, ανάμειξης και εμφιάλωσης, καθώς και με την επαφή του προϊόντος με περισσότερα πλαστικά εξαρτήματα κατά τη διαδικασία παραγωγής.
Η χημική ανάλυση έδειξε ότι στο εμφιαλωμένο νερό κυριαρχούσαν κυρίως το τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET), το πολυπροπυλένιο (PP) και το πολυαιθυλένιο (PE). Το PET αποτελεί το βασικό υλικό κατασκευής των πλαστικών φιαλών, το PP χρησιμοποιείται ευρέως στα πώματα, ενώ το PE συναντάται σε παρεμβύσματα και στεγανοποιητικά στοιχεία των συσκευασιών. Η κατανομή αυτή συμφωνεί με προηγούμενες διεθνείς μελέτες που αποδίδουν σημαντικό μέρος των μικροπλαστικών στη φθορά της συσκευασίας, στις μηχανικές καταπονήσεις κατά το κλείσιμο των φιαλών, στις θερμικές επιδράσεις κατά την εμφιάλωση και στη σταδιακή γήρανση των υλικών κατά την αποθήκευση. Στα αρωματισμένα νερά παρατηρήθηκε μεγαλύτερη ποικιλία πολυμερών, γεγονός που αποδόθηκε στις διαφορετικές γραμμές παραγωγής και στον πρόσθετο εξοπλισμό που χρησιμοποιείται κατά την επεξεργασία των προϊόντων.
Η μορφολογία των μικροπλαστικών παρουσίασε επίσης διαφοροποιήσεις. Στα φυσικά μεταλλικά νερά κυριάρχησαν τα θραύσματα πλαστικού, ενώ στα αρωματισμένα εμφιαλωμένα νερά παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μεταβλητότητα μεταξύ θραυσμάτων και ινών. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα θραύσματα είναι πιθανό να προέρχονται από τη διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών αντικειμένων ή από τη μηχανική φθορά εξαρτημάτων της συσκευασίας, ενώ οι ίνες μπορεί να σχετίζονται με συνθετικά υφάσματα, αερομεταφερόμενα σωματίδια ή άλλες πηγές κατά τη διαδικασία εμφιάλωσης και αποθήκευσης. Η απουσία μικροπλαστικών στα δείγματα ελέγχου υποστηρίζει ότι τα σωματίδια που καταγράφηκαν προέρχονταν από τα ίδια τα δείγματα νερού και όχι από επιμόλυνση κατά την εργαστηριακή ανάλυση.
Τα περισσότερα μικροπλαστικά ήταν διαφανή και είχαν μέγεθος μικρότερο από 400 μικρόμετρα. Στο φυσικό μεταλλικό νερό όλα τα επιβεβαιωμένα μικροπλαστικά ανήκαν σε αυτή την κατηγορία μεγέθους, ενώ στα αρωματισμένα νερά καταγράφηκαν και μεγαλύτερα σωματίδια. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η επικράτηση μικρότερων σωματιδίων είναι συμβατή με τα αποτελέσματα άλλων διεθνών μελετών και ενδέχεται να σχετίζεται με τη σταδιακή αποδόμηση των πλαστικών υλικών εξαιτίας μηχανικής φθοράς, υπεριώδους ακτινοβολίας και άλλων φυσικοχημικών διεργασιών.
Η εκτίμηση της ημερήσιας έκθεσης βασίστηκε στην κατανάλωση 2,2 λίτρων νερού ημερησίως για τους ενήλικες και 1,8 λίτρων για τα παιδιά. Για τους ενήλικες η εκτιμώμενη πρόσληψη κυμάνθηκε από 0,01 έως 0,19 μικροπλαστικά ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα, ενώ για τα παιδιά από 0,05 έως 0,68 μικροπλαστικά ανά κιλό σωματικού βάρους. Οι τιμές για τα παιδιά ήταν περίπου 3,6 φορές υψηλότερες λόγω του μικρότερου σωματικού βάρους σε συνδυασμό με την αναλογικά υψηλότερη κατανάλωση νερού. Η μεγαλύτερη εκτιμώμενη έκθεση καταγράφηκε σε δείγμα αρωματισμένου εμφιαλωμένου νερού, στο οποίο ανιχνεύθηκαν έξι μικροπλαστικά ανά λίτρο.
Μέχρι σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν έχει θεσπίσει κατευθυντήριες τιμές για τα μικροπλαστικά στο πόσιμο νερό, καθώς τα διαθέσιμα τοξικολογικά δεδομένα εξακολουθούν να θεωρούνται ανεπαρκή. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη θεσπιστεί εναρμονισμένη μεθοδολογία παρακολούθησης των μικροπλαστικών στο πόσιμο νερό μέσω της κατ’ εξουσιοδότηση απόφασης (ΕΕ) 2024/1441, η οποία καθορίζει κοινές απαιτήσεις για τη δειγματοληψία, την προετοιμασία των δειγμάτων και την επιβεβαίωση των πολυμερών με φασματοσκοπικές τεχνικές.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/1420-3049/31/13/2237