Η ανακύκλωση μιας πλαστικής συσκευασίας δεν κοστίζει το ίδιο σε κάθε περιοχή και, σύμφωνα με νέα έκθεση από την Ινδία, τα ποσά που προβλέπονται σήμερα μέσω της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού δεν επαρκούν πάντα για να καλύψουν το πραγματικό κόστος διαχείρισης των απορριμμάτων. Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις εύκαμπτες και κυρίως στις πολυστρωματικές πλαστικές συσκευασίες, οι οποίες απαιτούν περισσότερη συλλογή, μεταφορά και επεξεργασία και παρουσιάζουν περιορισμένες δυνατότητες ουσιαστικής ανακύκλωσης. Η έκθεση Policy, Practice and Plastic: Cost of Managing Plastic Waste in Indian Cities, που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2026 από το Centre for Science and Environment, βασίστηκε σε δεδομένα από πέντε διαφορετικές πόλεις και συνέκρινε το πραγματικό κόστος διαχείρισης με τις πληρωμές που προβλέπονται από το σύστημα διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού. Η έρευνα εξέτασε τις πόλεις Ιντόρε, Πούνε, Γκόα, Νταραμσάλα και Σρι Βιτζάγια Πουράμ, οι οποίες αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές συνθήκες διαχείρισης απορριμμάτων. Οι ερευνητές υπολόγισαν το κόστος συλλογής, διαλογής, μεταφοράς και τελικής διάθεσης των πλαστικών συσκευασιών και το συνέκριναν με τις πιστώσεις που αποδίδονται στους παραγωγούς μέσω του συστήματος EPR. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το κόστος δεν μπορεί να καλυφθεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές, καθώς η απόσταση από τις μονάδες επεξεργασίας, οι υποδομές και ο τρόπος συλλογής επηρεάζουν σημαντικά το τελικό ποσό.
Οι πολυστρωματικές συσκευασίες είναι το μεγάλο πρόβλημα
Η έκθεση χωρίζει τις πλαστικές συσκευασίες στις τρεις κατηγορίες που χρησιμοποιεί το ινδικό σύστημα διαχείρισης. Η πρώτη αφορά τα άκαμπτα πλαστικά, η δεύτερη τα εύκαμπτα πλαστικά και η τρίτη τα πολυστρωματικά πλαστικά, δηλαδή συσκευασίες που αποτελούνται από περισσότερα του ενός υλικά ή στρώματα και χρησιμοποιούνται ευρέως όταν απαιτούνται συγκεκριμένες ιδιότητες προστασίας του προϊόντος. Η διαφορά στο κόστος είναι σημαντική. Τα άκαμπτα πλαστικά εμφανίζουν το χαμηλότερο κόστος διαχείρισης και σε αρκετές πόλεις οι πιστώσεις EPR μπορούν να καλύψουν πλήρως ή και να ξεπεράσουν το σχετικό κόστος. Αντίθετα, τα εύκαμπτα πλαστικά είναι ακριβότερα στη συλλογή και την επεξεργασία, ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη για τα πολυστρωματικά.
Στα πολυστρωματικά πλαστικά, το κόστος διαχείρισης στην Ιντόρε υπολογίστηκε μεταξύ 2,35 και 3,67 ινδικών ρουπιών ανά κιλό, ενώ στη Σρι Βιτζάγια Πουράμ έφτασε μεταξύ 9,87 και 11,83 ρουπιών ανά κιλό. Για σύγκριση, οι πιστώσεις EPR για την τρίτη κατηγορία κυμαίνονταν από 2,37 έως 7,90 ρουπίες ανά κιλό. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε μια πόλη με σχετικά χαμηλό κόστος διαχείρισης, η χρηματοδότηση μπορεί να μην επαρκεί, ενώ σε απομακρυσμένες περιοχές το χάσμα γίνεται πολύ μεγαλύτερο. Η συγκεκριμένη κατηγορία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βιομηχανία τροφίμων, καθώς πολυστρωματικές και μεταλλοποιημένες εύκαμπτες συσκευασίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε προϊόντα όπως σνακ και μικρές συσκευασίες μίας δόσης. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι μπορούν να προσφέρουν υψηλές ιδιότητες προστασίας με μικρή ποσότητα υλικού. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το προϊόν έχει καταναλωθεί και η συσκευασία φτάνει στο σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων, καθώς η ανάκτηση των διαφορετικών στρωμάτων είναι πολύ δυσκολότερη από την επεξεργασία ενός πιο απλού πλαστικού αντικειμένου.
Όταν η συσκευασία δεν ανακυκλώνεται, ποιος πληρώνει
Η έκθεση θέτει έτσι ένα ευρύτερο ζήτημα για τη λειτουργία της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού. Η λογική του EPR είναι ότι οι παραγωγοί πρέπει να αναλαμβάνουν οικονομική ή οργανωτική ευθύνη για τη διαχείριση των συσκευασιών που εισάγουν στην αγορά. Όταν όμως η προβλεπόμενη αποζημίωση είναι χαμηλότερη από το πραγματικό κόστος συλλογής και επεξεργασίας, το υπόλοιπο δεν εξαφανίζεται. Παραμένει ως κόστος για τους δήμους και τα συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στις περιοχές όπου η μεταφορά των απορριμμάτων απαιτεί μεγαλύτερες αποστάσεις ή όπου οι εγκαταστάσεις διαλογής και επεξεργασίας είναι περιορισμένες. Η έκθεση υποστηρίζει ότι ένα ενιαίο σύστημα πληρωμών δεν μπορεί να αντικατοπτρίζει πάντα τις πραγματικές συνθήκες κάθε περιοχής, καθώς η ίδια συσκευασία μπορεί να έχει πολύ διαφορετικό κόστος διαχείρισης ανάλογα με το πού καταλήγει. Οι συγγραφείς εστιάζουν ιδιαίτερα στα πολυστρωματικά πλαστικά επειδή το χρηματοδοτικό κενό που εντοπίζεται σε αυτή την κατηγορία συνδέεται και με τον τρόπο τελικής διαχείρισής τους. Σύμφωνα με την έκθεση, τα πολυστρωματικά πλαστικά εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεπεξεργασία, για παράδειγμα σε τσιμεντοβιομηχανίες, ή από την τελική διάθεση, αντί να οδηγούνται σε πραγματική ανακύκλωση του υλικού. Παράλληλα, η έκθεση ασκεί κριτική και στις αλλαγές που έγιναν το 2024 στους ινδικούς κανόνες για τα πλαστικά απορρίμματα. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η νέα διατύπωση της κατηγορίας των πολυστρωματικών πλαστικών επιτρέπει σε ορισμένες μορφές συσκευασίας, μεταξύ των οποίων και μεταλλοποιημένες εύκαμπτες συσκευασίες που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα σνακ και φακελάκια, να αντιμετωπίζονται ως πλαστικά δεύτερης κατηγορίας αντί να υπάγονται στις αυστηρότερες απαιτήσεις της τρίτης κατηγορίας. Η έκθεση υποστηρίζει ότι αυτή η αλλαγή μπορεί να μειώσει τις υποχρεώσεις των παραγωγών και να ενισχύσει τη χρήση λύσεων όπως η συνεπεξεργασία και η τελική διάθεση αντί της ανακύκλωσης.
Η έκθεση δείχνει ένα πρόβλημα που αφορά γενικότερα την οικονομία της συσκευασίας, δηλαδή το αν το κόστος της διαχείρισης μιας συσκευασίας μετά την κατανάλωση αντανακλά πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και το υλικό από το οποίο αποτελείται. Όσο πιο δύσκολη είναι η συλλογή, ο διαχωρισμός και η ανακύκλωση ενός υλικού, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η απόσταση ανάμεσα στην ονομαστική αξία της ανακύκλωσης και στο πραγματικό κόστος που απαιτείται για να γίνει.