Ένας από τους πιο γνωστούς καρδιολόγους της Βρετανίας και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας κρίθηκε ότι διέπραξε σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, μετά την αποκάλυψη οικονομικών σχέσεων με εταιρεία που είχε αναλάβει κλινικές δοκιμές ενός καρδιολογικού φαρμάκου. Η υπόθεση αφορά τον καθηγητή Κιμ Φοξ και το φάρμακο ιβαμπραδίνη, ενώ νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο BMJ εξετάζει τις σχέσεις του με τη φαρμακευτική βιομηχανία και τον ρόλο του στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών κατευθυντήριων οδηγιών. Σύμφωνα με την έρευνα, την περίοδο 2006 έως 2015, ο Κιμ Φοξ και η σύζυγός του, Κάρεν Σάμερς, έλαβαν περισσότερες από 50 εκατομμύρια λίρες ως συνδιευθυντές της βρετανικής εταιρείας κλινικών ερευνών Heart Research. Η εταιρεία είχε συμμετάσχει στη διεξαγωγή τουλάχιστον τριών κλινικών δοκιμών για την ιβαμπραδίνη, ένα φάρμακο που παρασκευάζεται από τη γαλλική Servier και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της στηθάγχης και της καρδιακής ανεπάρκειας.
Το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό επειδή ο Φοξ δεν ήταν απλώς ερευνητής που είχε οικονομική σχέση με μια εταιρεία. Το 2006, όταν ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, ήταν επικεφαλής ομάδας εργασίας που συνέταξε κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της στηθάγχης. Οι οδηγίες συνιστούσαν την ιβαμπραδίνη ως εναλλακτική θεραπεία για ασθενείς που δεν μπορούσαν να λάβουν β-αναστολείς. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η εταιρεία στην οποία συμμετείχε ο ίδιος είχε αναλάβει κλινικές δοκιμές του συγκεκριμένου φαρμάκου. Η έρευνα του BMJ επισημαίνει ότι μία από τις τρεις δοκιμές στις οποίες συμμετείχε η Heart Research δεν είχε επιτύχει το κύριο καταληκτικό της σημείο, γεγονός που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά, ως απερχόμενος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας το 2008, ο Φοξ υποστήριξε δημόσια το φάρμακο.
Οι συγγραφείς της έρευνας επισημαίνουν ότι οι συγγραφείς των κατευθυντήριων οδηγιών είχαν κληθεί να δηλώσουν πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων. Ωστόσο, η δήλωση που είχε κάνει ο Φοξ δεν αποτυπωνόταν δημόσια στις οδηγίες του 2006, σύμφωνα με την έρευνα. Η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία αναγνώρισε αργότερα ότι η διαδικασία δηλώσεων συμφερόντων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήταν σχετικά χαλαρή και ότι έκτοτε έχει ενισχυθεί σημαντικά.
Η υπόθεση άρχισε να εξετάζεται μετά από δανέζικο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 και έφερε στο προσκήνιο τις οικονομικές σχέσεις και τον ρόλο του Φοξ στις οδηγίες για την ιβαμπραδίνη. Η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία ξεκίνησε εσωτερική αξιολόγηση, η οποία κατέληξε ότι οι συστάσεις των οδηγιών του 2006 ήταν κατάλληλες και ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι συστάσεις είχαν επηρεαστεί από οικονομικό συμφέρον υπέρ της ιβαμπραδίνης. Παράλληλα, όμως, η επιτροπή δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας κατέληξε τον Μάρτιο του 2025 ότι ο Φοξ δεν είχε εκπληρώσει τις ηθικές του υποχρεώσεις και χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του «σοβαρό παράπτωμα». Ο ίδιος απέρριψε τα συμπεράσματα της επιτροπής και παραιτήθηκε από την ιδιότητα του μέλους της εταιρείας. Υποστήριξε ότι είχε δηλώσει πάντοτε τις συγκρούσεις συμφερόντων του και ότι δεν μπορούσε να κριθεί με βάση κανόνες που θεσπίστηκαν το 2024 για δραστηριότητες που είχαν πραγματοποιηθεί μεταξύ 2006 και 2008.
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή οι κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας χρησιμοποιούνται ευρέως στην Ευρώπη και επηρεάζουν την κλινική πρακτική πολύ πέρα από τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα επομένως δεν αφορά μόνο μια οικονομική σχέση ενός γιατρού με μια φαρμακευτική εταιρεία, αλλά το κατά πόσο οι οικονομικές σχέσεις των ειδικών που συμμετέχουν στη σύνταξη θεραπευτικών οδηγιών είναι επαρκώς γνωστές και διαφανείς.
Η ιβαμπραδίνη εξακολουθεί να είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη για τη στηθάγχη και την καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται για την καρδιακή ανεπάρκεια. Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί επί σειρά ετών ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, γεγονός που κάνει ακόμη πιο σημαντική τη διαφάνεια γύρω από τις διαδικασίες με τις οποίες αξιολογούνται τα διαθέσιμα δεδομένα και διαμορφώνονται οι θεραπευτικές συστάσεις.