Δύο συχνές καταστάσεις με παρόμοια συμπτώματα αλλά διαφορετική αιτία
Πολλοί γνωρίζουν ότι το γάλα τους δημιουργεί πρόβλημα. Λίγοι γνωρίζουν ακριβώς ποιο είναι αυτό το πρόβλημα. Η σύγχυση μεταξύ δυσανεξίας στη λακτόζη και δυσανεξίας στην πρωτεΐνη γάλακτος είναι εξαιρετικά συνηθισμένη, και δεν είναι αθώα, καθώς οδηγεί σε λανθασμένες διατροφικές επιλογές, άσκοπους αποκλεισμούς τροφίμων ή, στην αντίθετη περίπτωση, σε έκθεση σε ουσίες που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές αντιδράσεις.
Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι αποκλειστικά πρόβλημα πέψης. Ο οργανισμός δεν παράγει αρκετή λακτάση, το ένζυμο που είναι απαραίτητο για την αποδόμηση της λακτόζης, δηλαδή του σακχάρου που βρίσκεται φυσικά στο γάλα. Χωρίς λακτάση, η λακτόζη φτάνει άπεπτη στο παχύ έντερο, όπου ζυμώνεται από βακτήρια και παράγει αέρια που προκαλούν φούσκωμα, κράμπες, διάρροια και ναυτία. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως 30 λεπτά έως 2 ώρες μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών. Η κατάσταση αυτή είναι ενοχλητική, αλλά δεν είναι επικίνδυνη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελληνικό γιαούρτι: Γιατί εξαφανίζεται από τα ράφια στο εξωτερικό εν ριπή οφθαλμού; Η εξήγηση του Πανεπιστημίου Νέας Νότιας Ουαλίας
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κρέας και άνοια: Ποιο είδος προστατεύει τον εγκέφαλο και ποιο τον επιβαρύνει; – Μελέτη
Η δυσανεξία στην πρωτεΐνη γάλακτος είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Εδώ δεν εμπλέκεται κάποια ανεπάρκεια ενζύμου, αλλά το ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο αντιδρά στις κύριες πρωτεΐνες του γάλακτος, την καζεΐνη και τον ορό γάλακτος (whey), αντιμετωπίζοντάς τες ως απειλή. Υπάρχουν δύο τύποι αντίδρασης. Ο πρώτος, η IgE-διαμεσολαβούμενη αντίδραση, εμφανίζεται μέσα σε λεπτά και μπορεί να περιλαμβάνει σφύριγμα, οίδημα, κνίδωση και σε σοβαρές περιπτώσεις αναφυλαξία. Ο δεύτερος τύπος, η μη-IgE αντίδραση, εμφανίζεται με καθυστέρηση ωρών ή ακόμα και ημερών και εκδηλώνεται κυρίως με γαστρεντερικά συμπτώματα όπως αιματηρές κενώσεις και διάρροια, γεγονός που την κάνει δύσκολη να διακριθεί από τη δυσανεξία στη λακτόζη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τοξική πικροδάφνη: Το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο διαχωρίζει τον θεωρητικό κίνδυνο από την πραγματική επιδημιολογική εικόνα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Έτοιμες σαλάτες: Πώς η Listeria επιβιώνει από το χωράφι μέχρι το πιάτο και τι προκαλεί στον άνθρωπο
Ποιους αφορά το καθένα
Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι εξαιρετικά συνηθισμένη, ιδίως σε συγκεκριμένες εθνικές ομάδες. Πλήττει 70 έως 100% των ατόμων Ανατολικοασιατικής καταγωγής, καθώς και μεγάλα ποσοστά ατόμων Αφρικανικής, Ιταλικής, Ελληνικής και Εβραϊκής καταγωγής, ενώ επηρεάζει μόλις το 5% των ατόμων Βορειοευρωπαϊκής καταγωγής. Είναι επίσης δοσοεξαρτώμενη, καθώς πολλοί με ήπια δυσανεξία μπορούν να καταναλώνουν γιαούρτι ή τυρί, τα οποία περιέχουν φυσικά λιγότερη λακτόζη λόγω ζύμωσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ| FDA: Ανακλήσεις αφού έχουν ήδη εκτεθεί οι καταναλωτές στον κίνδυνο – Τι αποκαλύπτει η ανάλυση της PIRG
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ| Καλλυντικά: Οι ουσίες που απαγορεύονται ως τοξικές και οι νέοι περιορισμοί στα συστατικά που θα ισχύουν από την 1η Μαΐου
Η δυσανεξία στην πρωτεΐνη γάλακτος αφορά κυρίως βρέφη και μικρά παιδιά, με ποσοστό 2 έως 6% στα παιδιά και λιγότερο από 1% στα παιδιά άνω των 6 ετών. Μπορεί ωστόσο να εμφανιστεί και σε ενήλικες, συνήθως με ηπιότερα συμπτώματα. Οικογενειακό ιστορικό αλλεργιών, εκζέματος ή άσθματος αυξάνει τον κίνδυνο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φριτέζα αέρα: Κι άλλο επικίνδυνο μοντέλο στην αγορά – Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας λόγω διαρροής ρεύματος
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ| Ευρωπαϊκή ειδοποίηση για κίνδυνο έκρηξης και φωτιάς από καφετιέρα που πωλείται ευρέως στην Ελλάδα (μάρκα και φωτογραφία)
Κάποιος με δυσανεξία στη λακτόζη δεν χρειάζεται να αποκλείσει εντελώς τα γαλακτοκομικά από τη διατροφή του, και μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση με συμπληρώματα λακτάσης ή επιλέγοντας προϊόντα χωρίς λακτόζη. Κάποιος με αλλεργία στην πρωτεΐνη γάλακτος όμως δεν πρέπει να καταναλώνει ούτε τα προϊόντα χωρίς λακτόζη, τα οποία εξακολουθούν να περιέχουν πρωτεΐνες γάλακτος. Η σχολαστική ανάγνωση ετικετών είναι απαραίτητη, καθώς πρωτεΐνες γάλακτος κρύβονται σε τρόφιμα που κανείς δεν θα περίμενε, από συγκεκριμένα κονσερβοποιημένα ψάρια μέχρι ενεργειακά ποτά. Σε περιπτώσεις IgE-διαμεσολαβούμενης αλλεργίας, η φορητή αδρεναλίνη μπορεί να είναι αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση, η σωστή διάγνωση από ειδικό παραμένει το μόνο αξιόπιστο πρώτο βήμα.