Νέα έρευνα συνδέει τα μικροπλαστικά με μεταβολικές και ορμονικές διαταραχές
Τα μικροπλαστικά δεν είναι πλέον απλώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα. Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι ορισμένες χημικές ουσίες που σχετίζονται με τα πλαστικά μπορεί να επηρεάζουν άμεσα βασικές μεταβολικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Science, επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες ουσίες που ανιχνεύονται συχνά σε πλαστικά προϊόντα και στα μικροπλαστικά σωματίδια που καταλήγουν στο περιβάλλον και τελικά στον ανθρώπινο οργανισμό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι φθαλικές ενώσεις όπως το δι-2-αιθυλεξυλ φθαλικό, γνωστό ως DEHP, η δισφαινόλη Α, γνωστή ως BPA, καθώς και επιβραδυντικά φλόγας τύπου πολυβρωμιωμένων διφαινυλαιθέρων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το «αθώο» ρόφημα που μπορεί να επιβαρύνει τα νεφρά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοβαρός κίνδυνος εγκαυμάτων και τραυματισμών από δημοφιλείς κατσαρόλες που πωλούνται και στην Ελλάδα (φωτογραφία)
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτές οι ουσίες μπορούν να αλληλεπιδρούν με πυρηνικούς υποδοχείς του ήπατος, όπως ο υποδοχέας ενεργοποιούμενος από πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων άλφα, ο οποίος ρυθμίζει τον μεταβολισμό των λιπιδίων. Η ενεργοποίηση ή η διαταραχή αυτών των μονοπατιών μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο το σώμα επεξεργάζεται και αποθηκεύει τα λιπαρά, αυξάνοντας δυνητικά τον κίνδυνο μεταβολικών διαταραχών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται καφές, τσάι και ρόφημα σοκολάτας με απαγορευμένη ουσία – Έχει συνδεθεί με εμφάνιση καρδιακών επεισοδίων και εγκεφαλικού
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θέρμανση έτοιμων γευμάτων στον φούρνο μικροκυμάτων: Έως και 534.000 μικροπλαστικά μεταναστεύουν στα τρόφιμα σε λίγα λεπτά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ουσίες αυτές δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες, δηλαδή μπορούν να μιμούνται ή να παρεμβαίνουν στη δράση των ορμονών. Η δισφαινόλη Α, για παράδειγμα, έχει συσχετιστεί εδώ και χρόνια με οιστρογονική δράση, ενώ οι φθαλικές ενώσεις έχουν συνδεθεί με μεταβολές στην τεστοστερόνη και σε άλλες ορμόνες. Η νέα μελέτη ενισχύει την ανησυχία ότι η χρόνια έκθεση, ακόμη και σε χαμηλές δόσεις, μπορεί να έχει σωρευτικές επιπτώσεις. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν εργαστηριακά μοντέλα για να εξετάσουν πώς οι χημικές αυτές ουσίες επηρεάζουν γονιδιακές οδούς που σχετίζονται με τη λιπογένεση και τη φλεγμονή. Τα αποτελέσματα έδειξαν μεταβολές στην έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη σύνθεση λιπαρών οξέων, καθώς και ενδείξεις αυξημένου οξειδωτικού στρες. Αυτοί οι μηχανισμοί θεωρούνται κρίσιμοι στην ανάπτυξη μη αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος και άλλων μεταβολικών νοσημάτων.
Η σημασία των ευρημάτων έγκειται στο ότι τα μικροπλαστικά έχουν ανιχνευθεί σε πόσιμο νερό, θαλασσινά, επιτραπέζιο αλάτι, ακόμη και στον ανθρώπινο ιστό. Η καθημερινή, ακούσια έκθεση είναι πλέον πραγματικότητα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την κατανόηση των βιολογικών επιπτώσεων. Οι ερευνητές τονίζουν ότι, αν και τα δεδομένα προέρχονται κυρίως από πειραματικά μοντέλα, τα αποτελέσματα προσθέτουν σημαντικά στοιχεία στο παζλ της περιβαλλοντικής επίδρασης των πλαστικών στην ανθρώπινη υγεία. Η σύνδεση με μεταβολικές διαταραχές, όπως η παχυσαρκία, η αντίσταση στην ινσουλίνη και οι διαταραχές λιπιδίων, αποτελεί αντικείμενο έντονης επιστημονικής διερεύνησης τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, τα ευρήματα ενισχύουν τις φωνές που ζητούν αυστηρότερη ρύθμιση των χημικών προσθέτων στα πλαστικά προϊόντα, καθώς και καλύτερη αξιολόγηση της σωρευτικής έκθεσης. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η πρόληψη ξεκινά από τη μείωση της παραγωγής και της χρήσης μη απαραίτητων πλαστικών, αλλά και από τη βελτίωση της ανακύκλωσης και της διαχείρισης αποβλήτων. Αν και απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σε ανθρώπινους πληθυσμούς για την πλήρη κατανόηση των επιπτώσεων, το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές. Οι χημικές ουσίες που συνδέονται με τα μικροπλαστικά δεν είναι βιολογικά αδρανείς. Μπορούν να επηρεάσουν βασικά μεταβολικά μονοπάτια, με πιθανές συνέπειες που εκτείνονται πέρα από το περιβάλλον και αγγίζουν άμεσα τη δημόσια υγεία.