Η ολοένα μεγαλύτερη χρήση των φαρμάκων GLP-1 σε παιδιά και εφήβους με παχυσαρκία, προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2 φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα έχει μελετηθεί πολύ λιγότερο από την απώλεια βάρους: Τι συμβαίνει με τη διατροφική επάρκεια ενός οργανισμού που βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη όταν η όρεξη και η πρόσληψη τροφής μειώνονται σημαντικά. Νέα αμερικανική μελέτη σε 2.031 παιδιά ηλικίας 10 έως 17 ετών διαπίστωσε ότι μέσα στον πρώτο χρόνο από την έναρξη θεραπείας με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, το 16,8% διαγνώστηκε με τουλάχιστον μία διατροφική ανεπάρκεια ή σχετική επιπλοκή. Η συχνότερη ήταν η ανεπάρκεια βιταμίνης D, η οποία καταγράφηκε στο 12,4% των παιδιών.
Η μελέτη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αφορά μια ηλικιακή ομάδα στην οποία οι ανάγκες σε ενέργεια και θρεπτικά συστατικά δεν αφορούν μόνο τη διατήρηση του οργανισμού, αλλά και τη φυσιολογική ανάπτυξη, την οστική υγεία, τη μυϊκή μάζα και την εφηβική ωρίμανση. Οι ερευνητές από το Northwestern University και το Ann & Robert H. Lurie Children’s Hospital of Chicago υπογραμμίζουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D, σιδήρου και ασβεστίου κατά την εφηβεία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Παράλληλα, τονίζουν ότι η θεραπεία με GLP-1 δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια παρέμβαση που περιορίζεται στη ζυγαριά, αλλά να συνοδεύεται από συστηματική παρακολούθηση της διατροφικής κατάστασης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φυτοφάρμακα: 485 χημικές ουσίες συνδέονται με τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από εθνική βάση διοικητικών και ασφαλιστικών στοιχείων στις ΗΠΑ, η οποία περιλάμβανε περισσότερους από 100 εκατομμύρια ασθενείς και κάλυπτε την περίοδο από το 2017 έως το 2022. Από αυτή τη βάση εντοπίστηκαν 2.031 παιδιά ηλικίας 10 έως 17 ετών που είχαν λάβει GLP-1, είχαν συνεχή ασφαλιστική κάλυψη για τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την έναρξη της θεραπείας και δεν είχαν προηγούμενη διάγνωση διατροφικής ανεπάρκειας. Η μέση ηλικία ήταν περίπου 15 έτη, ενώ το 61,5% των συμμετεχόντων ήταν κορίτσια και το 62,6% είχε διάγνωση παχυσαρκίας.
Στην ομάδα αυτή, το συχνότερα συνταγογραφούμενο φάρμακο ήταν η λιραγλουτίδη, η οποία αντιστοιχούσε στο 78,6% των συνταγών. Ακολουθούσαν η ντουλαγλουτίδη με 10,4% και η σεμαγλουτίδη με 9,1%. Το γεγονός ότι τα δεδομένα αφορούν την περίοδο έως το 2022 έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μελέτη αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό μια περίοδο πριν από τη σημερινή ευρεία χρήση της σεμαγλουτίδης στους εφήβους.
Η συχνότητα των διατροφικών προβλημάτων αυξήθηκε όσο περνούσε ο χρόνος. Στους 180 ημέρες, το 10,2% των παιδιών είχε καταγεγραμμένη τουλάχιστον μία διατροφική ανεπάρκεια ή σχετική επιπλοκή. Στους 12 μήνες το ποσοστό είχε φτάσει στο 16,88%. Μετά την ανεπάρκεια βιταμίνης D, οι συχνότερες διαγνώσεις ήταν η διατροφική αναιμία, σε ποσοστό 1,55%, και η σιδηροπενική αναιμία, σε ποσοστό 1,44%.
Οι αριθμοί αυτοί ενδέχεται μάλιστα να μην αποτυπώνουν όλη την έκταση του προβλήματος. Η μελέτη βασίστηκε σε διοικητικά δεδομένα και σε καταγεγραμμένες διαγνώσεις, όχι σε συστηματικές εργαστηριακές εξετάσεις όλων των παιδιών για κάθε πιθανή διατροφική ανεπάρκεια. Επομένως, παιδιά με ήπιες ή υποκλινικές ελλείψεις που δεν είχαν διαγνωστεί δεν θα καταγράφονταν στη συγκεκριμένη ανάλυση. Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν αυτόν τον περιορισμό.
Το μεγάλο κενό στη διατροφική παρακολούθηση
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα δεν αφορά μόνο τις ελλείψεις, αλλά το πόσο περιορισμένη ήταν η διατροφική υποστήριξη μετά την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής. Μόλις το 5% των παιδιών είχε λάβει διατροφική συμβουλευτική μέσα στις πρώτες 30 ημέρες από την έναρξη του GLP-1, ενώ μέσα σε έξι μήνες το ποσοστό είχε φτάσει μόλις στο 23,3%. Ο μέσος χρόνος μέχρι την πρώτη επίσκεψη για διατροφική θεραπεία ή συμβουλευτική ήταν περίπου 149 ημέρες.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή τα GLP-1 μπορούν να μειώσουν σημαντικά την όρεξη και την πρόσληψη τροφής. Όταν ένα παιδί τρώει λιγότερο, δεν μειώνονται μόνο οι θερμίδες. Μπορεί να μειωθεί παράλληλα η πρόσληψη πρωτεΐνης, σιδήρου, ασβεστίου, βιταμίνης D και άλλων μικροθρεπτικών συστατικών, ιδιαίτερα όταν η διατροφή δεν είναι επαρκώς σχεδιασμένη. Οι διεθνείς συστάσεις για τη διατροφική υποστήριξη κατά τη θεραπεία με GLP-1 έχουν ήδη επισημάνει την ανάγκη για επαρκή πρόσληψη θρεπτικών συστατικών και προστασία της μυϊκής μάζας, ενώ στην περίπτωση των παιδιών το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της ανάπτυξης.
Ενδιαφέρον έχει ότι τα παιδιά που είχαν λάβει διατροφική συμβουλευτική παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά καταγεγραμμένων διατροφικών ελλείψεων ή σχετικών επιπλοκών σε σχέση με όσα δεν είχαν λάβει τέτοια υποστήριξη, 23,2% έναντι 14,8%. Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι η διατροφική συμβουλευτική προκαλεί περισσότερες ελλείψεις. Πιθανότερα αντανακλά το γεγονός ότι τα παιδιά με μεγαλύτερες ανάγκες ή προβλήματα ήταν και εκείνα που είχαν περισσότερες πιθανότητες να παραπεμφθούν σε ειδικό. Η ίδια η μελέτη δεν μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση.
Γιατί η βιταμίνη D και ο σίδηρος έχουν ιδιαίτερη σημασία
Η ανεπάρκεια βιταμίνης D ξεχώρισε με μεγάλη διαφορά από τις υπόλοιπες διαγνώσεις, καθώς αφορούσε σχεδόν ένα στα οκτώ παιδιά μέσα στον πρώτο χρόνο θεραπείας. Η βιταμίνη D είναι σημαντική για τον μεταβολισμό του ασβεστίου και τη διατήρηση της φυσιολογικής οστικής ανάπτυξης, ενώ η εφηβεία αποτελεί περίοδο κατά την οποία συσσωρεύεται σημαντικό μέρος της οστικής μάζας που θα διατηρηθεί στην ενήλικη ζωή.
Αντίστοιχα, ο σίδηρος είναι απαραίτητος για τη μεταφορά οξυγόνου και πολλές άλλες λειτουργίες του οργανισμού. Η σιδηροπενία και η αναιμία μπορούν να επηρεάσουν την ενέργεια και τη φυσική λειτουργικότητα, ενώ η επαρκής πρόσληψη σιδήρου έχει ιδιαίτερη σημασία στην εφηβεία λόγω των αυξημένων αναγκών της ανάπτυξης. Γι’ αυτό οι συγγραφείς θεωρούν ότι η διατροφική παρακολούθηση δεν θα πρέπει να ξεκινά μόνο όταν εμφανιστεί μια εργαστηριακά ή κλινικά εμφανής ανεπάρκεια, αλλά να αποτελεί μέρος της φροντίδας από την έναρξη της θεραπείας.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η θεραπεία με GLP-1 στα παιδιά χρειάζεται να συνδυάζεται με διατροφική αξιολόγηση, επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης, κατάλληλη συμπληρωματική χορήγηση θρεπτικών συστατικών όταν χρειάζεται και άσκηση ενδυνάμωσης, ώστε να περιορίζεται η απώλεια άλιπης μάζας και να υποστηρίζεται η ανάπτυξη. Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις αποτελούν προτάσεις των ερευνητών και δεν σημαίνουν ότι κάθε παιδί που λαμβάνει GLP-1 χρειάζεται αυτομάτως συμπληρώματα. Η ανάγκη για συμπληρωματική χορήγηση πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα από την ιατρική και διατροφική ομάδα.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης αφορά τελικά όχι μόνο το φάρμακο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται η φαρμακευτική θεραπεία στη συνολική φροντίδα ενός παιδιού. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η χρήση των GLP-1 στην παιδιατρική αυξάνεται, ενώ τα δεδομένα για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες κατά την περίοδο της ανάπτυξης παραμένουν περιορισμένα. Η νέα ανάλυση προσθέτει ένα συγκεκριμένο ζήτημα σε αυτή τη συζήτηση: μέσα στον πρώτο χρόνο θεραπείας, σχεδόν ένα στα έξι παιδιά είχε καταγεγραμμένη διατροφική ανεπάρκεια ή σχετική επιπλοκή, την ώρα που λιγότερο από ένα στα τέσσερα είχε λάβει διατροφική συμβουλευτική μέσα σε έξι μήνες.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Childhood Obesity.
Φωτογραφία Shutterstock
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Οι κωδικοί E στα τρόφιμα που «εκτοξεύουν» την πίεση μας και αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας – Αποκαλυπτική έρευνα σε 112.000 άτομα (πίνακας)
- ΕΟΦ: Απαγορεύει την κυκλοφορία 4 δημοφιλών συμπληρωμάτων διατροφής λόγω μη εγκεκριμένης ουσίας – Πωλούνται σε γυμναστήρια και e-shops (φωτo)
- Χάκερς «χτύπησαν» την Skroutz Last Mile: Διαρροή στοιχείων αποστολής και οδηγίες προστασίας προς τους χρήστες
- Παιχνίδι από τα Temu μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στα μάτια των παιδιών – Επείγουσα ανάκληση (φωτογραφία)
- Ανακαλείται χυμός μήλου λόγω επικίνδυνης τοξίνης – Πώς τα «χτυπημένα» φρούτα μολύνουν την παραγωγή χυμών
- Αν παρατηρήσετε αυτό όταν πίνετε αλκοόλ, είναι σημάδι ότι το σώμα σας γερνάει
- Στo εδώλιο μεγάλη σοκολατοβιομηχανία για τα σοκολατάκια που δεν έμοιαζαν με τη φωτογραφία της συσκευασίας