Σχεδόν οι μισοί ασθενείς με Crohn και ελκώδη κολίτιδα εμφανίζουν συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ διαπιστώνεται δύσκολη σχέση με το φαγητό, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε 283 ασθενείς
Μια νέα ελληνική επιστημονική μελέτη αναδεικνύει τη στενή διασύνδεση ανάμεσα στη διατροφή, την ψυχική υγεία και την πορεία των Ιδιοπαθών Φλεγμονωδών Νοσημάτων του Εντέρου, καταγράφοντας με συστηματικό τρόπο την καθημερινή εμπειρία των ασθενών. Η έρευνα υλοποιήθηκε από το Εργαστήριο Κλινικής Διατροφής και Διαιτολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας και τον Σύλλογο Ατόμων με Νόσο του Crohn και Ελκώδη Κολίτιδα Ελλάδας και δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Nutrients.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται πάνω από 786.000 μπουκάλια δημοφιλούς ρινικού σπρέι της Bayer
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι συμβαίνει με τα γιαούρτια ελληνικών εταιρειών; Ανακλήσεις, ευρωπαϊκές κοινοποιήσεις και ζητήματα ασφάλειας τροφίμων
Στη μελέτη συμμετείχαν 283 ασθενείς από την Ελλάδα με νόσο Crohn και ελκώδη κολίτιδα, ενώ συμπληρωματικά πραγματοποιήθηκαν εις βάθος συνεντεύξεις με 14 άτομα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι διατροφή, ψυχική κατάσταση και πορεία της νόσου συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα αλληλεπίδρασης που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καρκινογόνες τοξίνες, φυτοφάρμακα και χημικά στα τρόφιμα μας: Τι να τρώμε τελικά; Η νέα στρατηγική επιλογής τροφίμων – Της Ε. Τσαγκά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πορτοκάλια Αιγύπτου στην Ελλάδα: Οι υπερβάσεις απαγορευμένων φυτοφαρμάκων φτάνουν το 7.600% και απαιτούν εντατικοποίηση ελέγχων
Τα δεδομένα καταγράφουν υψηλή ψυχική επιβάρυνση. Το 45,77% των συμμετεχόντων εμφάνισε σημαντικά επίπεδα άγχους και το 48,37% κατάθλιψης, με τα ποσοστά να είναι υψηλότερα στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα, όπου περισσότεροι από τους μισούς παρουσίασαν μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα. Παράλληλα, περίπου το ένα τέταρτο εμφάνισε ενδείξεις διαταραγμένης σχέσης με το φαγητό. Τα ψυχικά συμπτώματα και οι διατροφικές συμπεριφορές συνδέονται στενά, ενισχύοντας το συνολικό φορτίο της νόσου. Η επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης σχετίζεται με μεγαλύτερη αστάθεια στη διατροφή και εντονότερα σωματικά συμπτώματα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τυρί ελληνικής προέλευσης στο στόχαστρο της ΕΕ για παραπλανητική ονομασία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός για Σαλμονέλα: Μαζικές Ανακλήσεις πίτσας
Οι ασθενείς περιγράφουν την καθημερινότητά τους σε δύο διακριτές φάσεις: την έξαρση και την ύφεση. Κατά την έξαρση κυριαρχούν ο πόνος, η εξάντληση και οι περιορισμοί, ενώ η διατροφή περιορίζεται σε λίγες ανεκτές επιλογές όπως ρύζι, πατάτα και βραστό κοτόπουλο. Συχνά αναπτύσσεται φόβος απέναντι στο φαγητό, καθώς συνδέεται άμεσα με την επιδείνωση των συμπτωμάτων. Η περίοδος αυτή συνοδεύεται από κοινωνική απομόνωση και σημαντικές επιπτώσεις στην εργασία και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Στην ύφεση παρατηρείται επιστροφή σε πιο διευρυμένες διατροφικές επιλογές και δραστηριότητες, ωστόσο παραμένει διαρκής επιφυλακή λόγω της πιθανότητας υποτροπής. Η εμπειρία προηγούμενων εξάρσεων επηρεάζει σταθερά τις επιλογές των ασθενών, ακόμη και όταν τα συμπτώματα υποχωρούν.
Η διατροφή διαμορφώνεται κυρίως μέσα από προσωπική εμπειρία και επαναλαμβανόμενες δοκιμές. Τρόφιμα όπως λιπαρά, τηγανητά, όσπρια και γαλακτοκομικά συχνά συνδέονται με επιδείνωση, χωρίς όμως ενιαίο πρότυπο για όλους. Η απουσία εξατομικευμένης καθοδήγησης οδηγεί σε αυτοσχεδιασμό και αβεβαιότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ασθενείς υιοθετούν αυστηρούς περιορισμούς ή πρακτικές όπως η αποφυγή φαγητού πριν από μετακινήσεις ή κοινωνικές δραστηριότητες, προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο συμπτωμάτων.
Το στρες αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας. Πολλοί ασθενείς το συνδέουν με την έναρξη ή την επιδείνωση της νόσου. Η ψυχολογική πίεση επηρεάζει τις διατροφικές επιλογές και αυτές με τη σειρά τους τα σωματικά συμπτώματα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Παράλληλα, οι ασθενείς επιστρατεύουν στρατηγικές διαχείρισης όπως άσκηση, ψυχοθεραπεία και αναζήτηση υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον ή κοινότητες ασθενών. Η υποστήριξη από επαγγελματίες υγείας καταγράφεται ως σημαντική αλλά όχι πάντα επαρκής, με αρκετούς συμμετέχοντες να αναφέρουν έλλειψη σαφών διατροφικών οδηγιών ή περιορισμένο χρόνο επικοινωνίας με τους γιατρούς.
Η μελέτη καταλήγει ότι η αντιμετώπιση των ΙΦΝΕ απαιτεί συνδυασμένη προσέγγιση που να υπερβαίνει τη φαρμακευτική αγωγή. Η ενσωμάτωση διατροφικής καθοδήγησης και ψυχολογικής υποστήριξης στην κλινική πρακτική, με βάση τις πραγματικές εμπειρίες των ασθενών, θεωρείται αναγκαία για τη διαχείριση της νόσου και τη βελτίωση της καθημερινής λειτουργικότητας. Η εξατομικευμένη φροντίδα, που λαμβάνει υπόψη τόσο τα βιολογικά όσο και τα ψυχοκοινωνικά δεδομένα, αναδεικνύεται ως βασικός άξονας για την αποτελεσματική υποστήριξη των ασθενών.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/18/9/1439
Αναφορά: Στρογγυλού Δήμητρα Ελευθερία, Βάιος Σβώλος, Αθανασία Βλάχου, Έλλη Ζούπα, Βασιλική-Ραφαέλα Βακουφτσή, Αναστασία Ντάνου, Κωνσταντίνος Αργυρίου, Ανδρέας Καψωριτάκης, Φωτεινή Μπονωτή, και Οδυσσέας Ανδρούτσος. 2026. «Κατανόηση της Τριμερούς Σχέσης μεταξύ Διατροφικών Πρακτικών, Ψυχολογικής Ευεξίας και Εμπειρίας Ασθενειών σε Έλληνες ασθενείς με ΙΦΝΕ: Εξερεύνηση Μικτών Μεθόδων»
Nutrients 18, αρ. 9: 1439. https://doi.org/10.3390/nu18091439
Φωτογραφία άρθρου shutterstock