Η σωστή χρονική στιγμή για την απόλαυση του ροφήματος επηρεάζει την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών
Το πράσινο τσάι θεωρείται παγκοσμίως ένα από τα πιο υγιεινά ροφήματα λόγω της υψηλής συγκέντρωσης σε πολυφαινόλες και ειδικότερα σε κατεχίνες όπως η επιγαλοκατεχίνη (EGCG). Αυτές οι ενώσεις έχουν μελετηθεί εκτενώς για την ικανότητά τους να καταπολεμούν το οξειδωτικό στρες και να προστατεύουν τα κύτταρα από βλάβες. Ωστόσο η απλή κατανάλωση του ροφήματος δεν εγγυάται την πλήρη αξιοποίηση των ιδιοτήτων του αν δεν ληφθεί υπόψη ο παράγοντας του χρόνου. Η επιστημονική τεκμηρίωση υποδεικνύει ότι η ενσωμάτωση του πράσινου τσαγιού στην καθημερινότητα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην συγκρούεται με την απορρόφηση άλλων θρεπτικών συστατικών από τα γεύματα. Η ιδανική στιγμή για την κατανάλωση του πράσινου τσαγιού τοποθετείται μία έως δύο ώρες μετά το πρωινό γεύμα. Αυτή η επιλογή βασίζεται στη χημική αλληλεπίδραση των κατεχινών με τον μη αιμικό σίδηρο ο οποίος αποτελεί τη βασική μορφή σιδήρου στις φυτικές τροφές. Οι πολυφαινόλες του τσαγιού έχουν την τάση να δεσμεύουν τον σίδηρο στο πεπτικό σύστημα σχηματίζοντας αδιάλυτα συμπλέγματα που ο οργανισμός δεν μπορεί να απορροφήσει. Μελέτες δείχνουν ότι η αναμονή τουλάσσιου μίας ώρας μετά το φαγητό μπορεί να περιορίσει αυτή την αρνητική επίδραση κατά 50% επιτρέποντας στον οργανισμό να επωφεληθεί και από τα δύο συστατικά.
Η συνέργεια καφεΐνης και L-θεανίνης
Ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν το πράσινο τσάι είναι η βελτίωση της πνευματικής τους κατάστασης. Το ρόφημα περιέχει έναν μοναδικό συνδυασμό καφεΐνης και του αμινοξέος L-θεανίνη. Η καφεΐνη λειτουργεί ως διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος αυξάνοντας την εγρήγορση ενώ η L-θεανίνη προάγει τη χαλάρωση χωρίς υπνηλία. Αυτή η συνδυαστική δράση προσφέρει μια σταθερή και ήπια πηγή ενέργειας σε αντίθεση με την απότομη κορύφωση και την ακόλουθη πτώση που συχνά παρατηρείται με την κατανάλωση καφέ. Η κατανάλωση του τσαγιού αργά το πρωί ή νωρίς το απόγευμα βοηθά στην αντιμετώπιση της φυσιολογικής πτώσης της ενέργειας που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η επιστημονική έρευνα έχει συνδέσει τη συστηματική κατανάλωση πράσινου τσαγιού με την ενίσχυση της εργαζόμενης μνήμης και τη μείωση του κινδύνου γνωστικής εξασθένησης σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η παρουσία των αντιοξειδωτικών προστατεύει τους νευρώνες από τη φλεγμονή συμβάλλοντας στη μακροχρόνια υγεία του εγκεφάλου και στη διατήρηση της οξύτητας της σκέψης.
Πότε η κατανάλωση μπορεί να αποβεί αναποτελεσματική
Παρά τα οφέλη υπάρχουν συνθήκες κάτω από τις οποίες το πράσινο τσάι μπορεί να προκαλέσει δυσκολίες. Η αποφυγή του ροφήματος τις βραδινές ώρες είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της ποιότητας του ύπνου. Αν και η περιεκτικότητα σε καφεΐνη είναι χαμηλότερη από εκείνη του καφέ παραμένει ικανή να μπλοκάρει τους υποδοχείς αδενοσίνης στον εγκέφαλο καθυστερώντας την έλευση του ύπνου. Επιπλέον η διουρητική δράση του τσαγιού μπορεί να προκαλέσει διακοπές στην ανάπαυση κατά τη διάρκεια της νύχτας επηρεάζοντας τη συνολική ανάρρωση του οργανισμού. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται από άτομα με διαγνωσμένη σιδηροπενική αναιμία ή από εκείνους που βασίζονται αποκλειστικά σε φυτικές πηγές σιδήρου όπως οι χορτοφάγοι. Η κατανάλωση τσαγιού ταυτόχρονα με γεύματα που περιέχουν φακές σπανάκι ή ενισχυμένα δημητριακά μπορεί να ακυρώσει τη διατροφική αξία του γεύματος όσον αφορά τον σίδηρο. Το ίδιο ισχύει και για τη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται σε απόσταση τουλάχιστον δύο ωρών από την κατανάλωση πράσινου τσαγιού για να διασφαλιστεί η βιοδιαθεσιμότητα του μετάλλου.
Τεχνικές παρασκευής
Η θερμοκρασία του νερού και ο χρόνος εκχύλισης είναι οι δύο παράμετροι που καθορίζουν τη χημική σύσταση του τελικού ροφήματος. Η χρήση βραστού νερού (100 βαθμών Κελσίου) συχνά καταστρέφει τις ευαίσθητες κατεχίνες και απελευθερώνει υπερβολικές τανίνες με αποτέλεσμα μια πικρή γεύση. Η ιδανική θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85 βαθμών Κελσίου. Ο χρόνος εκχύλισης πρέπει να είναι μεταξύ 5 και 10 λεπτών ώστε να επιτραπεί στις πολυφαινόλες να περάσουν στο νερό σε ικανοποιητικό βαθμό. Η προσθήκη λεμονιού ή άλλου εσπεριδοειδούς δεν βελτιώνει μόνο τη γεύση αλλά έχει και επιστημονική βάση. Η βιταμίνη C αυξάνει τη σταθερότητα των κατεχινών στο όξινο περιβάλλον του στομάχου και του λεπτού εντέρου επιτρέποντας στον οργανισμό να απορροφήσει έως και πέντε φορές μεγαλύτερη ποσότητα αντιοξειδωτικών. Αντίθετα η προσθήκη γάλακτος μπορεί να μειώσει την αντιοξειδωτική ικανότητα καθώς οι πρωτεΐνες του γάλακτος (καζεΐνες) συνδέονται με τις κατεχίνες καθιστώντας τες λιγότερο διαθέσιμες για απορρόφηση.
Τέλος, η σωστή αποθήκευση των φύλλων του τσαγιού είναι επίσης σημαντική καθώς η έκθεση στο φως και το οξυγόνο οδηγεί σε οξείδωση των πολυφαινολών μειώνοντας τη δραστικότητά τους. Τα αεροστεγή δοχεία σε δροσερό και σκιερό μέρος αποτελούν την καλύτερη λύση για τη διατήρηση των θρεπτικών συστατικών. Η κατανάλωση φρέσκου τσαγιού διασφαλίζει ότι ο οργανισμός λαμβάνει το μέγιστο δυνατό όφελος από τις προστατευτικές ενώσεις του φυτού.
Επιστημονική τεκμηρίωση
- Neuroepidemiology Association between green tea consumption and cognitive function DOI: 10.1159/000543784
- Food Chemistry Effect of brewing conditions on the antioxidant capacity of green tea DOI: https://doi.org/10.1016/j.foodchem.2015.07.005