Επιστήμονες δεδομένων και ερευνητές προειδοποιούν ότι η διακοπή της ετήσιας έρευνας θα καταστήσει αόρατο το πρόβλημα της πείνας στις ΗΠΑ
Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA) να σταματήσει την παρακολούθηση των δεδομένων για την επισιτιστική ανασφάλεια έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κύμα επικρίσεων από την επιστημονική κοινότητα και τους αναλυτές δημόσιας πολιτικής. Η Elaine Waxman ανώτερη συνεργάτιδα του Urban Institute και κορυφαία εμπειρογνώμονας σε θέματα πείνας επισημαίνει ότι η απώλεια αυτών των συστηματικών δεδομένων αποτελεί ένα σοβαρό πλήγμα για την κατανόηση των πραγματικών αναγκών των πολιτών. Η ετήσια έρευνα που διεξαγόταν επί δεκαετίες αποτελούσε τον «χρυσό κανόνα» για τη μέτρηση της επισιτιστικής ασφάλειας παρέχοντας κρίσιμες εκτιμήσεις σε εθνικό και πολιτειακό επίπεδο που επέτρεπαν στην κυβέρνηση και στους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς να κατευθύνουν τους πόρους τους με ακρίβεια εκεί που υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.
Σύμφωνα με την Waxman η διακοπή της χρηματοδότησης για την ένταξη ερωτήσεων σχετικά με την επισιτιστική ασφάλεια σε μεγάλες εθνικές έρευνες υγείας όπως η National Health Interview Survey είναι μια εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη. Τα δεδομένα αυτά δεν ήταν απλώς στατιστικοί αριθμοί αλλά το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι πολιτείες για τη διεκδίκηση ομοσπονδιακών επιχορηγήσεων και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις για τον στρατηγικό σχεδιασμό δράσεων όπως οι κινητές τράπεζες τροφίμων και τα προγράμματα σίτισης σε σχολεία. Η πλήρης απουσία αξιόπιστων στοιχείων καθιστά πλέον αδύνατη τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας κεντρικών προγραμμάτων όπως το SNAP ειδικά σε μια περίοδο όπου έχουν επιβληθεί περικοπές δισεκατομμυρίων δολαρίων που επηρεάζουν εκατομμύρια χαμηλόμισθα νοικοκυριά.
Η επίσημη δικαιολογία της κυβέρνησης ότι η έρευνα είναι πλέον πλεονάζουσα και οικονομικά δαπανηρή καταρρίπτεται με επιχειρήματα από τους ερευνητές οι οποίοι αναφέρουν ότι το κόστος των 1,3 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως είναι αμελητέο. Το ποσό αυτό φαντάζει μηδαμινό μπροστά στο τεράστιο όφελος της πληροφόρησης και το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού για την κοινωνική πρόνοια. Η επισιτιστική ανασφάλεια δεν είναι μόνο ένα κοινωνικό πρόβλημα αλλά συνδέεται άμεσα με σοβαρά και δαπανηρά ζητήματα δημόσιας υγείας όπως ο διαβήτης οι καρδιαγγειακές παθήσεις και οι σημαντικές γνωστικές καθυστερήσεις στα παιδιά που μεγαλώνουν σε συνθήκες πείνας. Χωρίς τη συστηματική καταγραφή αυτών των στοιχείων η επιστημονική σύνδεση μεταξύ διατροφικής ένδειας και χρόνιας υγείας γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να μελετηθεί και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά σε επίπεδο πρόληψης.
Η Waxman υπογραμμίζει με έμφαση ότι αν ένα πρόβλημα σταματήσει να μετριέται είναι πολύ εύκολο για τους λήπτες αποφάσεων να ισχυριστούν στη συνέχεια ότι το πρόβλημα αυτό δεν υπάρχει πια. Η κατάργηση της επίσημης τεκμηρίωσης για τους ανθρώπους που καθημερινά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τη βασική τους τροφή δεν εξαφανίζει την ίδια την πείνα αλλά τη δυνατότητα της οργανωμένης κοινωνίας να δράσει πάνω σε αυτήν και να ζητήσει λογοδοσία. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται από πολλούς ως μια σκόπιμη προσπάθεια περιορισμού της διαφάνειας και της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών καθώς η επιστημονική κοινότητα χάνει το μοναδικό εργαλείο που της επέτρεπε να ελέγχει τις κυβερνητικές επιλογές και τον πραγματικό τους αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των ευάλωτων στρωμάτων.
Η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι η δημιουργία ενός τέτοιου «κενού δεδομένων» θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν. Οι ερευνητές θα αναγκαστούν τώρα να βασιστούν σε λιγότερο ακριβείς πηγές ή σε τοπικές έρευνες που δεν προσφέρουν τη συνολική εικόνα της χώρας οδηγώντας σε μια κατακερματισμένη και ελλιπή κατανόηση της κρίσης. Η διατήρηση της ετήσιας καταγραφής είναι απαραίτητη όχι μόνο για τη χάραξη πολιτικής αλλά και για την ηθική υποχρέωση ενός κράτους να αναγνωρίζει και να καταγράφει τις δυσκολίες των πολιτών του με στόχο την εξάλειψή τους.