Μετά από ένα βράδυ κατανάλωσης αλκοόλ, η αίσθηση ότι κάποιος έχει «ξεμεθύσει» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το αλκοόλ έχει απομακρυνθεί από τον οργανισμό. Το ήπαρ χρειάζεται χρόνο για να διασπάσει την αιθανόλη, ενώ η ταχύτητα αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να αυξηθεί σημαντικά με καφέ, ντους, νερό ή άλλες συνηθισμένες πρακτικές. Η ποσότητα και η ταχύτητα με την οποία καταναλώνεται το αλκοόλ είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν τη συγκέντρωσή του στο αίμα.
Όταν καταναλώνεται αλκοόλ, περνά από το στομάχι και το έντερο στην κυκλοφορία του αίματος και στη συνέχεια διανέμεται στους ιστούς του σώματος. Το μεγαλύτερο μέρος μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου το ένζυμο αλκοολική αφυδρογονάση μετατρέπει την αιθανόλη σε ακεταλδεΰδη, μια τοξική ουσία που στη συνέχεια μετατρέπεται σε οξικό άλας και τελικά σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Η διαδικασία αυτή αρχίζει σχεδόν αμέσως μετά την κατανάλωση, όμως πραγματοποιείται με σχετικά σταθερό ρυθμό για κάθε άνθρωπο και δεν επιταχύνεται επειδή κάποιος πίνει καφέ ή προσπαθεί να «ξυπνήσει».
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σουκραλόζη: Χημικό παράγωγο προκάλεσε βλάβες στο DNA σε εργαστηριακά πειράματα – Τι λέει η EFSA
Πόσο χρόνο χρειάζεται το σώμα
Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός ωρών που να ισχύει για όλους. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα και όσο γρηγορότερα καταναλώνεται, τόσο περισσότερο μπορεί να διαρκέσει η αυξημένη συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα. Αν κάποιος συνεχίσει να πίνει πριν το ήπαρ προλάβει να μεταβολίσει την προηγούμενη ποσότητα, η συγκέντρωση στο αίμα αυξάνεται και μαζί της αυξάνονται οι επιδράσεις στο νευρικό σύστημα.
Η μέτρηση της συγκέντρωσης αλκοόλ στο αίμα μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία του για έως περίπου 12 ώρες μετά την κατανάλωση, σύμφωνα με το Health.com, ενώ διαφορετικές εξετάσεις μπορούν να αναζητήσουν μεταβολικά προϊόντα της κατανάλωσης για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και εβδομάδες, κυρίως όταν χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της κατανάλωσης σε συγκεκριμένα κλινικά ή θεραπευτικά πλαίσια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας γενικός «κανόνας των 12 ωρών». Η ανίχνευση εξαρτάται από το είδος της εξέτασης, την ποσότητα αλκοόλ και τα χαρακτηριστικά του ατόμου. Γι’ αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας απλός υπολογισμός με βάση τον αριθμό των ποτών για να προβλεφθεί με ασφάλεια πότε κάποιος θα έχει μηδενική συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα.
Τι επηρεάζει την απορρόφηση
Το φαγητό μπορεί να αλλάξει σημαντικά την ταχύτητα με την οποία το αλκοόλ περνά στην κυκλοφορία. Η κατανάλωση αλκοόλ με άδειο στομάχι οδηγεί σε ταχύτερη απορρόφηση και υψηλότερη συγκέντρωση στο αίμα σε σχέση με την κατανάλωση μετά ή μαζί με φαγητό. Τρόφιμα πλούσια σε λιπαρά και υδατάνθρακες μπορούν να επιβραδύνουν την απορρόφηση, χωρίς όμως να κάνουν το ήπαρ να μεταβολίζει γρηγορότερα το αλκοόλ.
Ρόλο παίζουν επίσης η ηλικία, το σωματικό μέγεθος, το βιολογικό φύλο, η γενετική και η λειτουργία του ήπατος. Ορισμένα φάρμακα μπορούν παράλληλα να επηρεάσουν την απορρόφηση ή τον μεταβολισμό του αλκοόλ, ενώ το ίδιο το αλκοόλ μπορεί να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός επεξεργάζεται ορισμένα φάρμακα. Για αυτό, η συνδυασμένη κατανάλωση αλκοόλ και φαρμάκων χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Το σημαντικότερο είναι ότι δεν υπάρχει γρήγορος τρόπος να «φύγει» το αλκοόλ από το σώμα. Ο καφές μπορεί να μειώσει την υπνηλία, αλλά δεν επαναφέρει τον συντονισμό και την κρίση που επηρεάζονται από το αλκοόλ. Το ίδιο ισχύει για το κρύο ντους ή άλλες πρακτικές που δημιουργούν προσωρινά την αίσθηση μεγαλύτερης εγρήγορσης. Η μόνη πραγματική λύση είναι ο χρόνος που χρειάζεται ο οργανισμός για να ολοκληρώσει τον μεταβολισμό του αλκοόλ.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για την οδήγηση, καθώς η υποκειμενική αίσθηση ότι κάποιος είναι νηφάλιος δεν αποτελεί αξιόπιστη ένδειξη ότι έχει αποκατασταθεί ο συντονισμός και η κρίση του. Το αλκοόλ μπορεί να επηρεάζει την οδήγηση πριν εμφανιστούν εμφανή σημάδια μέθης, ενώ η συγκέντρωσή του μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται ακόμη και μετά τη διακοπή της κατανάλωσης, καθώς αλκοόλ από το στομάχι και το έντερο συνεχίζει να περνά στην κυκλοφορία.