Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι μικροσκοπικά πλαστικά σωματίδια μπορούν να ενισχύσουν τη νευροεκφύλιση και να προκαλέσουν βλάβες σε ήπαρ, καρδιά και έντερο
Μια πρωτοποριακή προκλινική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Environment & Health φέρνει στο φως τον δυνητικά επιβαρυντικό ρόλο των νανοπλαστικών στην πρόοδο της νόσου του Αλτσχάιμερ και την εξάπλωσή της πέρα από τον εγκέφαλο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα σωματίδια πολυστυρενίου, σε μεγέθη νανοκλίμακας, όχι μόνο επηρεάζουν τη γνωστική λειτουργία, αλλά προκαλούν συστημικές επιδράσεις που εκτείνονται σε κρίσιμα όργανα του σώματος.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέα ανάκληση συσκευασμένου ψωμιού λόγω σοβαρού κινδύνου
Η έκθεση σε νανοπλαστικά φάνηκε να ενεργοποιεί τα μικρογλοιακά κύτταρα του εγκεφάλου, κύρια στοιχεία της εγκεφαλικής άμυνας, τα οποία εμπλέκονται στη νευροφλεγμονή και τη νευρωνική αποδόμηση. Αυτή η αντίδραση ενίσχυσε τις συμπεριφορικές και βιολογικές εκδηλώσεις της νόσου του Αλτσχάιμερ, οδηγώντας σε νευροεκφυλιστικά χαρακτηριστικά νωρίτερα και με μεγαλύτερη ένταση.
Η μελέτη αποκάλυψε μετάβαση των επιπτώσεων από τον εγκέφαλο προς το ήπαρ, το έντερο και την καρδιά, μέσω του βιολογικού άξονα έντερο-ήπαρ-εγκέφαλος. Σε πειραματικά μοντέλα, παρατηρήθηκε λιπώδης εκφύλιση του ήπατος και διαταραχές στον μεταβολισμό των λιπιδίων, γεγονός που επιβεβαιώνει την εξάπλωση των νευροεκφυλιστικών επιδράσεων πέραν του εγκεφάλου.
Η ανθρώπινη έκθεση σε νανοπλαστικά είναι πλέον αναπόφευκτη, καθώς αυτά ανιχνεύονται μέσω της εισπνοής, της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων και της δερματικής επαφής. Πρόσφατες μελέτες έχουν εντοπίσει πλαστικά σωματίδια σε ανθρώπινα όργανα, μεταξύ των οποίων οι πνεύμονες, η κυκλοφορία του αίματος και ο εγκέφαλος.
Αυτό που καθιστά τη νέα έρευνα τόσο κρίσιμη είναι η διαπίστωση της ταχύτητας με την οποία τα νανοπλαστικά μπορούν να διεισδύσουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στη συνέχεια να επεκτείνουν τις παθολογικές επιδράσεις σε ολόκληρο το σώμα. Η συμβολή τους στη δημιουργία ή επιτάχυνση νευροεκφυλιστικών παθήσεων αποτελεί πλέον αντικείμενο εντατικής μελέτης, ανοίγοντας τον δρόμο για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την περιβαλλοντική ρύπανση και τη δημόσια υγεία.