Tα φύκια προσφέρουν ένα βιώσιμο και διατροφικά αξιόλογο εναλλακτικό πρεβιοτικό
Η έρευνα για νέες πηγές πρεβιοτικών εντείνεται καθώς το ενδιαφέρον των καταναλωτών για την υγεία του εντέρου αυξάνεται και η βιομηχανία τροφίμων αναζητά φυσικά, βιώσιμα συστατικά. Μια ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Food Research από ερευνητές του Πανεπιστημίου Universitas Pembangunan Nasional Veteran Jawa Timur στην Ινδονησία εξετάζει τη δυναμική των θαλάσσιων φυκιών ως πρεβιοτικές πηγές, αξιολογώντας τόσο τα επιστημονικά δεδομένα όσο και τις πρακτικές εφαρμογές στη βιομηχανία τροφίμων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τρεις θάνατοι από νόσο που μεταδίδεται από τρωκτικά σε κρουαζιερόπλοιο – Συναγερμός για πιθανή εξάπλωση και συντονισμός από τον ΠΟΥ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Aλεύρι με απαγορευμένο φυτοφάρμακο που δρα στο νευρικό σύστημα διανεμήθηκε σε τουλάχιστον 12 Ευρωπαϊκές χώρες
Τα πρεβιοτικά ορίζονται ως μη πεπτά συστατικά τροφίμων που διεγείρουν επιλεκτικά την ανάπτυξη και δραστηριότητα ωφέλιμων μικροοργανισμών στο έντερο, κυρίως βιφιδοβακτηρίων και λακτοβακίλλων. Για να χαρακτηριστεί μια ουσία ως πρεβιοτικό, πρέπει να αντέχει στην πέψη στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα, να φτάνει άθικτη στο παχύ έντερο, να υφίσταται ζύμωση από τα εντερικά βακτήρια και να προάγει επιλεκτικά την ανάπτυξη ωφέλιμων βακτηρίων. Τα θαλάσσια φύκια, σύμφωνα με την ανασκόπηση, πληρούν αυτά τα κριτήρια χάρη στους πολυσακχαρίτες που περιέχουν.
Τρεις κατηγορίες φυκιών και οι πολυσακχαρίτες τους
Τα θαλάσσια φύκια ταξινομούνται σε τρεις κύριες κατηγορίες ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε χρωστικές: Tα καφέ φύκια (Phaeophyta) όπως το kelp, το wakame και το kombu, τα κόκκινα φύκια (Rhodophyta) όπως το nori και το dulse, και τα πράσινα φύκια (Chlorophyta) όπως η θαλάσσια μαρούλα. Κάθε κατηγορία περιέχει διαφορετικούς χαρακτηριστικούς πολυσακχαρίτες. Το αλγινικό, που απαντάται κυρίως στα καφέ φύκια, είναι ένας σχηματίζων γέλη πολυσακχαρίτης που χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων ως παχυντικό και σταθεροποιητικό. Η καραγενάνη από κόκκινα φύκια χρησιμοποιείται ως πηκτικός παράγοντας σε γαλακτοκομικά και κρεατικά προϊόντα. Το άγαρ, επίσης από κόκκινα φύκια, αποτελεί φυτικό υποκατάστατο ζελατίνης. Η περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες των θαλάσσιων φυκιών κυμαίνεται από 10% έως 75% του ξηρού βάρους ανάλογα με το είδος, ποσοστό που τα καθιστά εξαιρετικά πλούσιες πηγές φυτικών ινών σε σύγκριση με τις περισσότερες χερσαίες καλλιέργειες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γαλακτοκομικά: Πόσο «δηλητήριο» φτάνει στο ποτήρι και στο πιάτο μας από τις μολυσμένες ζωοτροφές;
Τι δείχνουν οι επιστημονικές μελέτες
Εργαστηριακές μελέτες έχουν επιδείξει ότι πολυσακχαρίτες φυκιών όπως αλγινικό, καραγενάνη και άγαρ υφίστανται ζύμωση από ωφέλιμα εντερικά βακτήρια και παράγουν λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου όπως βουτυρικό, προπιονικό και οξικό. Αυτά τα οξέα συμβάλλουν στη διατήρηση της ακεραιότητας του εντερικού βλεννογόνου, ρυθμίζουν τη φλεγμονή και χρησιμεύουν ως πηγή ενέργειας για τα κολονοκύτταρα. Μελέτες σε ζωικά μοντέλα με Laminaria japonica έδειξαν αύξηση ωφέλιμων εντερικών βακτηρίων και μείωση παθογόνων, ενώ κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους με Undaria pinnatifida (wakame) κατέδειξαν τροποποίηση της σύνθεσης του εντερικού μικροβιώματος με αύξηση βιφιδοβακτηρίων και λακτοβακίλλων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται όλα τα μπαχαρικά ιδιωτικής ετικέτας μεγάλης αλυσίδας – Ο μύλος τους θρυμματίζει και το πλαστικό της συσκευασίας!
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σκλαβενίτης: «Καπέλο» από σήμερα και στις online παραγγελίες άνω των 100 ευρώ
Τα φύκια έχουν ήδη ενσωματωθεί σε ένα ευρύ φάσμα τροφίμων, από παραδοσιακά ασιατικά πιάτα όπως το σούσι και η μισόσουπα έως σύγχρονα λειτουργικά τρόφιμα όπως εμπλουτισμένα ψωμιά, δημητριακά, ζυμαρικά, μπισκότα και εναλλακτικά γαλακτοκομικά. Οι πολυσακχαρίτες τους βελτιώνουν τη σύσταση και τη σταθερότητα των προϊόντων ενώ παράλληλα παρέχουν πρεβιοτικά οφέλη. Ωστόσο, η ανασκόπηση επισημαίνει δύο βασικές προκλήσεις. Η πρώτη είναι η μεταβλητότητα στη σύσταση των φυκιών ανάλογα με το είδος, την εποχή συγκομιδής και τις περιβαλλοντικές συνθήκες, που επηρεάζει τη συνέπεια των πρεβιοτικών αποτελεσμάτων. Η δεύτερη είναι η πιθανή συσσώρευση βαρέων μετάλλων και άλλων ρύπων από το θαλάσσιο περιβάλλον, που αποτελεί ζήτημα ασφάλειας τροφίμων που χρήζει περαιτέρω ερευνητικής προσοχής πριν από την ευρεία υιοθέτηση ως λειτουργικού συστατικού.