Δύο γεύματα μπορεί να έχουν σχεδόν τις ίδιες θερμίδες και παρόμοια ποσότητα υδατανθράκων, λιπαρών, πρωτεϊνών, φυτικών ινών και αλατιού, χωρίς όμως να προκαλούν την ίδια αντίδραση στον οργανισμό. Αυτό είναι το βασικό εύρημα νέας τυχαιοποιημένης μελέτης ερευνητών του Virginia Tech, η οποία εξέτασε ειδικά τον ρόλο του βαθμού επεξεργασίας των τροφίμων, περιορίζοντας όσο ήταν δυνατόν τις διαφορές στη διατροφική σύσταση των γευμάτων. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature Metabolism, δείχνει ότι ένα γεύμα με υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα προκάλεσε διαφορετικές μεταβολικές αποκρίσεις σε σχέση με ένα γεύμα με μη υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, παρότι τα δύο γεύματα ήταν σχεδιασμένα ώστε να μοιάζουν σημαντικά ως προς τις βασικές διατροφικές παραμέτρους. Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν διαφορές στη δραστηριότητα περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και την επεξεργασία των διατροφικών ερεθισμάτων.
Η διαφορά δεν ήταν στις θερμίδες
Στην έρευνα συμμετείχαν 32 υγιείς ενήλικες, οι οποίοι κατανάλωσαν σε διαφορετικές ημέρες ένα γεύμα με υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και ένα γεύμα με μη υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι ερευνητές προσπάθησαν να κάνουν τα δύο γεύματα όσο το δυνατόν πιο συγκρίσιμα. Το βάρος, η ενεργειακή περιεκτικότητα, η ενεργειακή πυκνότητα, τα μακροθρεπτικά συστατικά, οι διαθέσιμοι υδατάνθρακες, ο γλυκαιμικός δείκτης και το γλυκαιμικό φορτίο, οι φυτικές ίνες, το νάτριο και η περιεκτικότητα σε νερό παρουσίαζαν πολύ μικρές αποκλίσεις μεταξύ τους. Παρά αυτή την ομοιότητα, ο οργανισμός δεν αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο. Η συνολική μεταγευματική έκθεση στη γλυκόζη δεν παρουσίασε σημαντική διαφορά, όμως η ινσουλίνη αυξήθηκε περισσότερο μετά το γεύμα με τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης διαφορετική χρήση των θρεπτικών συστατικών ως πηγών ενέργειας, με το σώμα να εμφανίζει διαφορετικό προφίλ οξείδωσης υδατανθράκων και λιπαρών ανάλογα με το είδος του γεύματος. Το εύρημα έχει σημασία επειδή απομακρύνει, τουλάχιστον σε αυτό το ελεγχόμενο πείραμα, μια απλή εξήγηση που θα απέδιδε τις διαφορές αποκλειστικά στην ποσότητα των θερμίδων ή των μακροθρεπτικών συστατικών. Οι ερευνητές θέλησαν ακριβώς να εξετάσουν τι συμβαίνει όταν αυτές οι παράμετροι παραμένουν σχεδόν ίδιες και αλλάζει κυρίως ο βαθμός επεξεργασίας.
Οι διαφορές έφτασαν μέχρι τον εγκέφαλο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίστηκαν στις μεταβολικές αντιδράσεις. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν επίσης σε λειτουργική απεικόνιση του εγκεφάλου, ενώ εκτέθηκαν σε εικόνες τροφίμων με διαφορετικό βαθμό επεξεργασίας. Οι ερευνητές εντόπισαν αλλαγές στη δραστηριότητα περιοχών που συμμετέχουν στα κυκλώματα ανταμοιβής, μεταξύ άλλων στο ραβδωτό σώμα. Οι μεταβολές αυτές συνδέθηκαν με τις μεταβολικές αποκρίσεις που είχαν καταγραφεί μετά την κατανάλωση των γευμάτων. Το εύρημα ενισχύει την υπόθεση ότι ο βαθμός επεξεργασίας μπορεί να επηρεάζει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο πεπτικό και μεταβολικό σύστημα και στον εγκέφαλο, με τρόπο που δεν εξηγείται μόνο από το πόσες θερμίδες περιέχει ένα τρόφιμο ή από την αναλογία πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπαρών.
Ένας από τους μηχανισμούς που εξετάζουν οι ερευνητές σχετίζεται με το πώς η επεξεργασία μεταβάλλει τη φυσική δομή των τροφίμων και, κατ’ επέκταση, τον τρόπο με τον οποίο τα θρεπτικά συστατικά απελευθερώνονται και γίνονται διαθέσιμα κατά την πέψη. Η σύσταση ενός τροφίμου επομένως δεν είναι το μόνο χαρακτηριστικό που μπορεί να καθορίσει την αντίδραση του οργανισμού. Ρόλο μπορεί να έχει και η μορφή με την οποία τα συστατικά αυτά φτάνουν στο πεπτικό σύστημα.
Τι δείχνει και τι δεν αποδεικνύει η μελέτη
Οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν ότι οι θερμίδες ή η διατροφική αξία παύουν να έχουν σημασία ούτε ότι όλα τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα έχουν την ίδια επίδραση. Η συγκεκριμένη μελέτη ήταν μικρή και βραχυπρόθεσμη, με 32 υγιείς ενήλικες, και εξετάζει τις άμεσες αντιδράσεις του οργανισμού μετά από συγκεκριμένα γεύματα. Δεν μπορεί επομένως να αποδείξει ότι οι παρατηρούμενες μεταβολές οδηγούν μακροπρόθεσμα σε παχυσαρκία, διαβήτη ή άλλες χρόνιες παθήσεις.
Η σημασία της βρίσκεται κυρίως στον αυστηρό σχεδιασμό της. Με τα δύο γεύματα να είναι τόσο κοντά ως προς τις θερμίδες και τα βασικά θρεπτικά συστατικά, τα αποτελέσματα προσθέτουν στοιχεία στην επιστημονική συζήτηση για το κατά πόσο ο ίδιος ο βαθμός επεξεργασίας των τροφίμων αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα που επηρεάζει τη μεταβολική και νευρική απόκριση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ