Τι δείχνουν τα νέα δεδομένα
Μια σημαντική μελέτη με τίτλο «Prevalence, Characteristics, and Genetic Architecture of Avoidant/Restrictive Food Intake Phenotypes» που δημοσιεύθηκε στο JAMA Pediatrics χρησιμοποίησε δεδομένα από τη νορβηγική κοόρτη μητέρων, πατέρων και παιδιών (MoBa) για να εξετάσει τα πρότυπα αποφυγής και περιορισμού της πρόσληψης τροφής (ARFI). Οι ερευνητές εστίασαν σε 35.751 παιδιά, παρακολουθώντας τη συμπεριφορά τους από την ηλικία των 3 έως τα 8 έτη.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών εμφάνιζε ARFI, με το 6,0% του συνολικού δείγματος να παρουσιάζει επίμονο ARFI-broad με συμπτώματα και στις δύο ηλικίες. Τα παιδιά αυτής της ομάδας εμφάνισαν περισσότερα αναπτυξιακά προβλήματα και είχαν υψηλότερα ποσοστά διαταραχών όπως αυτισμός (5,50% έναντι 1,70% στην ομάδα χωρίς ARFI), ADHD (9,49% έναντι 5,32%) και επιληψία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα: Ανάκληση γιαουρτιού ελληνικής εταιρείας με απαγορευμένη ουσία: Ο κίνδυνος για τους καταναλωτές
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Οικιακό σκεύος με τοξική ουσία 6.500% πάνω από το όριο – Νέα ευρωπαϊκή κινητοποίηση (Δείτε φωτογραφία)
Η μελέτη προχώρησε σε ανάλυση γονιδιωματικής συσχέτισης, χρησιμοποιώντας δεδομένα γονότυπου από περίπου το 80% των συμμετεχόντων. Οι αναλύσεις απέδειξαν ότι οι κοινές γενετικές παραλλαγές εξηγούσαν ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό της διακύμανσης στους φαινοτύπους ARFI.
Στα παιδιά με σαφείς κλινικές συνέπειες (ARFI-clinical), οι κοινές γενετικές παραλλαγές εξηγούσαν περίπου το 16% των διαφορών. Η γενετική αυτή επικάλυψη επεκτάθηκε σε γαστρεντερικές παθήσεις, όπως η ελκώδης κολίτιδα και η κοιλιοκάκη, και σε νευροαναπτυξιακές παθήσεις όπως το ADHD. Αυτό υποδηλώνει ότι η αποφυγή και ο περιορισμός της διατροφής αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου βιολογικού και αναπτυξιακού πλαισίου.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Επικίνδυνα συμπληρώματα βιταμίνης D στην αγορά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κρέμες νυκτός: Οι πολύ γνωστές μάρκες που κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για την επιδερμίδα – Εργαστηριακό τεστ
Η μελέτη έκανε διάκριση μεταξύ του ευρέος ARFI (συμπτώματα) και του ARFI-clinical (συμπτώματα συν τουλάχιστον έναν δείκτη κλινικής σημασίας, όπως δείκτης μάζας σώματος κάτω του 5ου εκατοστημορίου ή διατροφικές ανεπάρκειες). Το 6,3% του συνολικού δείγματος πληρούσε τα κριτήρια για ARFI-clinical, με το 1,8% να παρουσιάζει επίμονη κλινική διαταραχή.
Τα επίμονα μοτίβα διέφεραν σαφώς από τα παροδικά (συμπτώματα μόνο στα 3 έτη) και τα αναδυόμενα (συμπτώματα μόνο στα 8 έτη). Τα παιδιά με επίμονη διαταραχή παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα δυσκολιών σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας, των κινητικών δεξιοτήτων και των συναισθηματικών προβλημάτων, έως και την ηλικία των 14 ετών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Λαδόκολλα: Ανιχνεύτηκε υποκατηγορία PFAS που μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε δόντια και οστά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέδωσε τις πρώτες οδηγίες για τα φάρμακα GLP-1
Η έγκαιρη αναγνώριση των επίμονων αυτών προτύπων κρίνεται κεντρικής σημασίας, καθώς παρέχει τη δυνατότητα για υπομονετική και ευρεία υποστήριξη στα παιδιά που επηρεάζονται, αναγνωρίζοντας ότι η διατροφική δυσκολία τους αποτελεί σύνθετο αναπτυξιακό ζήτημα.