Η σωματική δραστηριότητα ενδέχεται να συνδέεται με ηπιότερα συμπτώματα κατάθλιψης ακόμη και σε ανθρώπους με αυξημένη γενετική προδιάθεση, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Mental Health. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, μεταξύ των ενηλίκων που ήταν περισσότερο δραστήριοι, η σχέση ανάμεσα στον γενετικό κίνδυνο και τη βαρύτητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων ήταν ασθενέστερη. Το εύρημα υποδεικνύει ότι οι καθημερινές συνήθειες ενδέχεται να συνδέονται με τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η κατάθλιψη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η άσκηση εξαλείφει τη γενετική προδιάθεση ή εγγυάται την πρόληψη της διαταραχής.
Την έρευνα πραγματοποίησαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κάνσας, το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Σαν Αντόνιο, το Πανεπιστήμιο του Ρόουντ Άιλαντ και το Vanderbilt Health, αξιοποιώντας δεδομένα από το αμερικανικό ερευνητικό πρόγραμμα All of Us των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ. Στόχος τους ήταν να εξετάσουν πώς συνδέονται η γενετική ευαλωτότητα και η φυσική δραστηριότητα τόσο με την πιθανότητα διάγνωσης μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής όσο και με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.
Δεδομένα από περισσότερους από 23.000 ενήλικες
Η ανάλυση περιέλαβε 23.517 ενήλικες, με μέση ηλικία περίπου τα 56 έτη. Οι ερευνητές συνδύασαν γενετικά δεδομένα, πληροφορίες από ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και στοιχεία που προέκυψαν από ερωτηματολόγια, ενώ χρησιμοποίησαν και μετρήσεις φυσικής δραστηριότητας από συσκευές Fitbit. Ο μέσος χρόνος καταγραφής μέσω των συσκευών έφτασε τις 582 ημέρες, προσφέροντας μια εικόνα της καθημερινής κίνησης σε βάθος χρόνου και όχι μόνο σε μια σύντομη περίοδο παρακολούθησης. Η φυσική δραστηριότητα αξιολογήθηκε με δύο βασικούς δείκτες, τον αριθμό των βημάτων ανά ημέρα και τα λεπτά μέτριας έως έντονης δραστηριότητας. Παράλληλα, η γενετική ευαλωτότητα εκτιμήθηκε μέσω πολυγονιδιακών δεικτών κινδύνου, οι οποίοι συνυπολογίζουν πολλές γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με την πιθανότητα εμφάνισης μιας διαταραχής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο υψηλότερος γενετικός κίνδυνος συνδεόταν με μεγαλύτερη πιθανότητα διάγνωσης μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, ενώ η υψηλότερη φυσική δραστηριότητα συνδεόταν με χαμηλότερη πιθανότητα διάγνωσης. Ωστόσο, οι δύο παράγοντες δεν εμφάνισαν στατιστικά σημαντική αλληλεπίδραση ως προς την εμφάνιση της διαταραχής. Με άλλα λόγια, τα δεδομένα δεν έδειξαν ότι η φυσική δραστηριότητα τροποποιούσε ειδικά τη σχέση ανάμεσα στη γενετική προδιάθεση και την πιθανότητα να διαγνωστεί κάποιος με κατάθλιψη.
Η εικόνα ήταν διαφορετική όταν οι επιστήμονες εξέτασαν τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Σε αυτή την περίπτωση, τόσο ο γενετικός κίνδυνος όσο και η φυσική δραστηριότητα συνδέονταν ανεξάρτητα με τη σοβαρότητα της κατάθλιψης, ενώ η μεταξύ τους αλληλεπίδραση έδειξε ότι η σύνδεση του γενετικού κινδύνου με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων ήταν ασθενέστερη στα άτομα με υψηλότερη φυσική δραστηριότητα. Το ίδιο μοτίβο καταγράφηκε με διαφορετικούς ορισμούς της φυσικής δραστηριότητας και της σοβαρότητας των συμπτωμάτων, ενισχύοντας τη συνέπεια του ευρήματος.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την ψυχική υγεία
Ο Denver Brown, επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Κάνσας και ένας από τους ερευνητές, επισημαίνει ότι η αξιολόγηση της κατάθλιψης αποκλειστικά με βάση το αν κάποιος έχει λάβει επίσημη διάγνωση δεν αποτυπώνει ολόκληρο το φάσμα της εμπειρίας των ασθενών. Οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίζουν διαφορετικά επίπεδα συμπτωμάτων, από ηπιότερες εκδηλώσεις έως σοβαρότερη επιβάρυνση, και αυτή η διαφοροποίηση έχει σημασία για την κατανόηση της νόσου. Η αξιοποίηση δεδομένων από φορετές συσκευές αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της έρευνας, καθώς οι μετρήσεις επιτρέπουν την εκτίμηση της κίνησης στην καθημερινότητα και όχι αποκλειστικά μέσω των αναμνήσεων ή των προσωπικών αναφορών των συμμετεχόντων. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να διερευνήσουν πιο αναλυτικά τη σχέση ανάμεσα στον τρόπο ζωής, τη γενετική ευαλωτότητα και την ψυχική υγεία.
Παράλληλα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν τη σημασία της εξατομικευμένης προσέγγισης, καθώς ο ίδιος συνδυασμός παραγόντων δεν επηρεάζει απαραίτητα όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Ο Brown εξετάζει επίσης τη φυσική δραστηριότητα, την καθιστική συμπεριφορά και τον ύπνο σε εφήβους και νεαρούς ενηλίκους, ηλικιακές ομάδες στις οποίες συχνά εμφανίζονται για πρώτη φορά συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης και παρατηρείται μείωση της σωματικής δραστηριότητας.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς τονίζουν ότι η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν αποδεικνύει σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Δεν μπορεί, επομένως, να επιβεβαιώσει ότι η αύξηση της άσκησης θα μειώσει από μόνη της τη βαρύτητα των συμπτωμάτων σε ένα άτομο με υψηλό γενετικό κίνδυνο. Είναι επίσης πιθανό η κατάθλιψη να περιορίζει την ενέργεια και τη διάθεση για κίνηση, ενώ άλλοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν και τα δύο. Τα αποτελέσματα αποτελούν αφετηρία για νέες μελέτες που θα εξετάσουν αν συγκεκριμένες παρεμβάσεις στη φυσική δραστηριότητα μπορούν να βελτιώσουν την έκβαση της κατάθλιψης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Quaker: Έκρηξη στη μεγαλύτερη μονάδα άλεσης και επεξεργασίας βρώμης στον κόσμο (φωτογραφίες και βίντεο)
- Ωμό κοτόπουλο: Ο ασφαλέστερος τρόπος αποθήκευσης, σύμφωνα με τους ειδικούς ασφάλειας τροφίμων
- Πώς επηρεάζει το φαγητό πριν τον ύπνο τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα
- Πρόστιμο στην HENKEL για πασίγνωστο σαμπουάν