Η παρουσία ενός μικροσκοπικού οργανισμού στο έντερο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποτελεί απειλή για την υγεία. Το Blastocystis, ένας μονοκύτταρος μικροοργανισμός που εντοπίζεται στον πεπτικό σωλήνα ανθρώπων και ζώων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιστημονικής αβεβαιότητας. Για χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως πιθανό εντερικό παράσιτο, καθώς έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπους με διάρροια, κοιλιακό πόνο, φούσκωμα και αλλαγές στις κενώσεις. Ωστόσο, εντοπίζεται επίσης συχνά σε ανθρώπους που δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα, ενώ αρκετές μελέτες έχουν συσχετίσει την παρουσία του με διαφορετική σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος και μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους ερευνητές δεν είναι μόνο αν το Blastocystis προκαλεί ασθένεια, αλλά και αν η επίδρασή του εξαρτάται από τον γενετικό του υπότυπο, το περιβάλλον του εντέρου και τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που το φέρει. Η διάκριση έχει σημασία, επειδή η ανίχνευσή του σε μια εξέταση κοπράνων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ευθύνεται για τα συμπτώματα.
Οι μοριακές μελέτες έχουν καταγράψει περισσότερους από 40 γενετικούς υποτύπους του Blastocystis σε ανθρώπους και ζώα, με τους ST1 έως ST4 να συγκαταλέγονται στους συχνότερους στους ανθρώπους. Οι διαφορές αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο μικροοργανισμός αλληλεπιδρά με τα εντερικά βακτήρια, τον εντερικό φραγμό και το ανοσοποιητικό σύστημα. Η παρουσία ενός συγκεκριμένου υποτύπου, πάντως, δεν αρκεί σήμερα για να προβλέψει με αξιοπιστία αν κάποιος θα νοσήσει. Σε πειραματικές μελέτες, ορισμένα στελέχη έχουν συνδεθεί με διαταραχή της λειτουργίας του εντερικού φραγμού και ενίσχυση φλεγμονωδών αντιδράσεων. Ειδικότερα, πειράματα με τον υπότυπο ST7 έχουν καταγράψει επιδράσεις που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την προστατευτική λειτουργία του εντερικού επιθηλίου. Αντίθετα, σε μελέτες σε ποντίκια, ο ST1 έχει συσχετιστεί με αύξηση συγκεκριμένων βακτηρίων και ηπιότερη πειραματικά προκαλούμενη κολίτιδα. Ο ST4 έχει εμφανίσει τόσο πιθανές επιβλαβείς όσο και δυνητικά προστατευτικές επιδράσεις, ανάλογα με τις συνθήκες της μελέτης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νοθεία σε εισαγόμενους χυμούς λεμονιού: 7 ύποπτα δείγματα μπλοκαρίστηκαν στα σύνορα
Αυτές οι παρατηρήσεις δεν αποδεικνύουν ότι οι ίδιοι μηχανισμοί λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο στους ανθρώπους. Δείχνουν, ωστόσο, γιατί η αντιμετώπιση του Blastocystis ως ενός ενιαίου οργανισμού με σταθερή επίδραση στην υγεία μπορεί να είναι παραπλανητική.
Η σχέση με το εντερικό μικροβίωμα και τη διατροφή
Ένα από τα ευρήματα που έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον των ερευνητών είναι ότι η παρουσία του Blastocystis σε ορισμένους υγιείς πληθυσμούς συνδέεται με μεγαλύτερη ποικιλομορφία των βακτηρίων του εντέρου. Έχουν επίσης καταγραφεί συσχετίσεις με βακτήρια που συμμετέχουν στην παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλυσίδας, ουσιών που παράγονται κατά τη ζύμωση συστατικών των τροφίμων από το εντερικό μικροβίωμα και συμμετέχουν σε λειτουργίες που σχετίζονται με την υγεία του εντέρου.
Παράλληλα, ορισμένες μελέτες έχουν συσχετίσει την παρουσία του μικροοργανισμού με διατροφικά πρότυπα πλούσια σε φυτικές τροφές και φυτικές ίνες. Μια διατροφή που περιλαμβάνει λαχανικά και άλλες πηγές φυτικών ινών μπορεί να επηρεάζει τη σύνθεση των εντερικών βακτηρίων και τα προϊόντα της μικροβιακής ζύμωσης, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να ευνοείται και η παρουσία του Blastocystis.
Δεν είναι, όμως, γνωστό αν ο ίδιος ο μικροοργανισμός συμβάλλει στη διαμόρφωση αυτού του περιβάλλοντος ή αν απλώς ευδοκιμεί σε ένα έντερο που έχει ήδη συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, οι συσχετίσεις του με ευνοϊκούς μεταβολικούς δείκτες δεν αποδεικνύουν ότι βελτιώνει τον μεταβολισμό ή μειώνει τη φλεγμονή. Η διατροφή, η φυσική δραστηριότητα, η γενετική προδιάθεση και άλλοι μικροοργανισμοί μπορεί να επηρεάζουν ταυτόχρονα αυτές τις σχέσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | EFSA: Δεν τεκμηριώθηκε ότι το δημοφιλές εκχύλισμα σπανακιού μειώνει την πείνα και τις λιγούρες
Τι σημαίνει ένα θετικό αποτέλεσμα στις εξετάσεις
Η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο του Blastocystis έχει άμεση σημασία για την κλινική αξιολόγηση. Οι μοριακές εξετάσεις, όπως η αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR), μπορούν να ανιχνεύσουν τον μικροοργανισμό και να διακρίνουν τους γενετικούς υποτύπους του με μεγαλύτερη ακρίβεια από τη συμβατική μικροσκοπική εξέταση κοπράνων. Ωστόσο, ακόμη και η ταυτοποίηση ενός υποτύπου δεν αρκεί για να καθορίσει αν απαιτείται θεραπεία.
Σε ανθρώπους με γαστρεντερικά συμπτώματα, η παρουσία του Blastocystis πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και τις πιθανές εναλλακτικές αιτίες. Άλλες λοιμώξεις, διατροφικοί παράγοντες, φλεγμονώδεις παθήσεις και λειτουργικές διαταραχές μπορεί να προκαλούν παρόμοια προβλήματα. Επιπλέον, η ανταπόκριση σε αντιμικροβιακή θεραπεία ποικίλλει, ενώ η απομάκρυνση του οργανισμού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι αυτός προκάλεσε τα αρχικά συμπτώματα.
Η έρευνα εξετάζει επίσης αν το Blastocystis μπορεί να επηρεάζει ενεργά το εντερικό οικοσύστημα ή αν λειτουργεί περισσότερο ως «συνεπιβάτης», η παρουσία του οποίου αντανακλά τις συνθήκες που έχουν ήδη διαμορφωθεί στο έντερο. Μέχρι να υπάρξουν ισχυρότερα δεδομένα από μακροχρόνιες μελέτες σε ανθρώπους, η ανίχνευσή του δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για θεραπεία ούτε ένδειξη ότι η παρουσία του προσφέρει όφελος.
Πηγές για περαιτέρω ανάγνωση: Η ανασκόπηση στο The Lancet Microbe, η ανασκόπηση στο Microorganisms και η ανασκόπηση για τη βιολογία του Blastocystis στο Journal of Eukaryotic Microbiology.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Στο στόχαστρο Nestlé και Unilever για παραπλανητικούς ισχυρισμούς υγείας σε δημοφιλή προϊόντα
- Πόσο κόστισε η προσπάθεια της Bayer να επηρεάσει τις αποφάσεις της ΕΕ για τη γλυφοσάτη; Aποκαλυπτικά στοιχεία του Corporate Europe Observatory
- Η κλιματική κρίση απειλεί και το ψωμί μας – Πώς η αύξηση του CO₂ ρίχνει την ποιότητα του σιταριού και αυξάνει τον κίνδυνο για δυσανεξίες
- Ισόβια κάθειρξη σε υπεύθυνη νηπιαγωγείου για τη δηλητηρίαση 247 παιδιών – Έβαζε χρωστικές που περιείχαν μόλυβδο στα γεύματα για να τα κάνει ελκυστικά
- Φριτέζα αέρα: Πώς θα απαλλαγείτε από τις επίμονες οσμές που δεν υποχωρούν ούτε μετά το καθάρισμα