Πρώτη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που ποσοτικοποιεί τον χρόνο έως τη διάγνωση της άνοιας
Η άνοια αποτελεί ένα αυξανόμενο πρόβλημα δημόσιας υγείας και η έγκαιρη διάγνωσή της, αποτελεί παγκόσμια προτεραιότητα. Παρά τη σταθερή αύξηση του αριθμού των ατόμων που πάσχουν από άνοια, μόνο το 50%–65% των περιπτώσεων διαγιγνώσκονται σε χώρες υψηλού εισοδήματος, με ποσοστά πολύ χαμηλότερα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Ωστόσο δεν υπάρχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις του μέσου χρόνου έως τη διάγνωση (TTD) και των παραγόντων που επηρεάζουν τα διαγνωστικά διαστήματα.
Σε μία πρόσφατη μελέτη ερευνητές του UCL εξέτασαν δεδομένα από 13 προηγουμένως δημοσιευμένες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Κίνα, αναφέροντας δεδομένα για 30.257 συμμετέχοντες με άνοια. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Διεθνές Περιοδικό Γηριατρικής Ψυχιατρικής , είναι η πρώτη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση παγκόσμιων δεδομένων που εξετάζουν τον χρόνο έως τη διάγνωση της άνοιας.
Η ερευνητική ομάδα διερεύνησε το μέσο χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης των συμπτωμάτων (που αξιολογούνται από ασθενείς ή οικογενειακούς φροντιστές χρησιμοποιώντας συνεντεύξεις ή ιατρικά αρχεία) και της τελικής διάγνωσης της άνοιας. Κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα άτομα με άνοια διαγιγνώσκονται κατά μέσο όρο 3,5 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων ή ακόμη και περισσότερο (4,1 χρόνια) για όσους έχουν άνοια πρώιμης έναρξης με ορισμένες ομάδες να είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις. Διαπίστωσαν επίσης, ότι η νεότερη ηλικία έναρξης και η εμφάνιση μετωποκροταφικής άνοιας συνδέονταν με μεγαλύτερο χρόνο έως τη διάγνωση.
Η επικεφαλής συγγραφέας, Δρ. Βασιλική Οργκέτα (Τμήμα Ψυχιατρικής του UCL), δήλωσε: «Η έγκαιρη διάγνωση της άνοιας παραμένει μια σημαντική παγκόσμια πρόκληση, η οποία διαμορφώνεται από ένα σύνθετο σύνολο παραγόντων, και απαιτούνται επειγόντως συγκεκριμένες στρατηγικές υγειονομικής περίθαλψης για τη βελτίωσή της. Άλλες μελέτες εκτιμούν ότι μόνο το 50-65% των περιπτώσεων διαγιγνώσκονται σε χώρες υψηλού εισοδήματος, με πολλές χώρες να έχουν ακόμη χαμηλότερα ποσοστά διάγνωσης.Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βελτιώσει την πρόσβαση σε θεραπείες και, για ορισμένους ανθρώπους, να παρατείνει τον χρόνο ζωής με ήπια άνοια πριν επιδεινωθούν τα συμπτώματα.Η εργασία μας υπογραμμίζει την ανάγκη για ένα σαφές εννοιολογικό πλαίσιο σχετικά με τον χρόνο διάγνωσης της άνοιας, το οποίο θα αναπτυχθεί σε συνεργασία με άτομα με άνοια, τους φροντιστές και τους υποστηρικτές τους».
Ο Δρ Phuong Leung (Τμήμα Ψυχιατρικής του UCL) δήλωσε: «Τα συμπτώματα της άνοιας συχνά συγχέονται με τη φυσιολογική γήρανση, ενώ ο φόβος, το στίγμα και η χαμηλή ευαισθητοποίηση του κοινού μπορούν να αποθαρρύνουν τους ανθρώπους από το να αναζητήσουν βοήθεια». Ο καθηγητής Ραφαέλ Ντελ-Πίνο-Κασάδο, του Πανεπιστημίου της Χαέν στην Ισπανία, δήλωσε: «Εντός των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης, οι ασυνεπείς οδοί παραπομπής, η περιορισμένη πρόσβαση σε ειδικούς και οι υπο-χρηματοδοτούμενες κλινικές μνήμης μπορούν να δημιουργήσουν περαιτέρω καθυστερήσεις. Για ορισμένους, οι γλωσσικές διαφορές ή η έλλειψη πολιτισμικά κατάλληλων εργαλείων αξιολόγησης μπορούν να δυσχεράνουν ακόμη περισσότερο την πρόσβαση στην έγκαιρη διάγνωση».
Σύμφωνα με τους ερευνητές για να επιταχυνθεί η διάγνωση της άνοιας, χρειάζεται δράση σε πολλαπλά μέτωπα. Οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης του κοινού μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της κατανόησης των πρώιμων συμπτωμάτων και στη μείωση του στιγματισμού, ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να αναζητήσουν βοήθεια νωρίτερα. Η εκπαίδευση των κλινικών ιατρών είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της έγκαιρης αναγνώρισης και παραπομπής, μαζί με την πρόσβαση στην έγκαιρη παρέμβαση και την εξατομικευμένη υποστήριξη, ώστε τα άτομα με άνοια και οι οικογένειές τους να μπορούν να λάβουν τη βοήθεια που χρειάζονται.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/gps.70129