Στη σκιά των συνεχόμενων ελέγχων στην ευρωπαϊκή αγορά, η ποιότητα και η αυθεντικότητα του ελληνικού ελαιολάδου τίθενται εκ νέου στο μικροσκόπιο, με αφορμή μια σειρά από κοινοποιήσεις που αποκαλύπτουν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ της αναγραφόμενης επισήμανσης και της πραγματικής κατηγορίας του προϊόντος. Η πρόσφατη ειδοποίηση στην ευρωπαϊκή έκθεση απάτης Σεπτεμβρίου, για ελαιόλαδο που διακινούνταν ως «εξαιρετικό παρθένο» αλλά ταξινομήθηκε ως «λαμπάντε» προστίθεται σε μια αλληλουχία παρόμοιων ευρημάτων τα τελευταία χρόνια σε χώρες όπως η Τσεχία, η Ρουμανία, η Γαλλία, αλλά και εντός της Ελλάδας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Pizza Fan: Αναφορές στον ΕΦΕΤ σε συνομιλίες της δικογραφίας για προειδοποιήσεις πριν από ελέγχους
Το πιο πρόσφατο περιστατικό αφορά σε ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που καταγράφηκε ως λαμπάντε σε κοινοποίηση της Ελβετίας, σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις υποψίες απάτης στα τρόφιμα τον Σεπτέμβριο του 2026. Η καταχώριση αναφέρει την Ελλάδα ως χώρα προέλευσης και την Ελβετία ως χώρα κοινοποίησης. Το περιστατικό εντάσσεται στην κατηγορία παραποίησης στοιχείων και πληροφοριών προϊόντος, χωρίς δημοσιοποίηση της ταυτότητας της επιχείρησης ή της παρτίδας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακλήθηκε και στην Ελλάδα το ταχίνι με τη σαλμονέλα που διακινήθηκε σε 12 χώρες – Η μάρκα και η φωτογραφία του προϊόντος
Το ελαιόλαδο «λαμπάντε» παράγεται από την έκθλιψη ελιών, όπως και τα υπόλοιπα παρθένα ελαιόλαδα, αλλά η χρήση αλλοιωμένων ή κακής ποιότητας καρπών, οι ακατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης ή τα σφάλματα κατά την επεξεργασία μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλή οξύτητα και σοβαρά οργανοληπτικά ελαττώματα. Δεν είναι κατάλληλο για απευθείας κατανάλωση και χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή εξευγενισμένου ελαιολάδου (ραφινέ), σαπουνιών και βιοκαυσίμων, ενώ παλαιότερα χρησίμευε ως καύσιμο σε λυχνάρια. Η ταξινόμηση μπορεί να συνδέεται με αυξημένη οξύτητα ή σοβαρά οργανοληπτικά ελαττώματα, ενώ η αξιολόγηση βασίζεται στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και τις προβλεπόμενες μεθόδους ανάλυσης.
Η συγκεκριμένη αναφορά περιγράφει προϊόν δηλωμένο ως «extra virgin olive oil», με διαπιστωθείσα απόκλιση «lampante olive oil». Η έκθεση δεν περιλαμβάνει τιμές οξύτητας, αποτελέσματα οργανοληπτικής εξέτασης, ημερομηνία δειγματοληψίας ή ποσότητα. Επομένως, από τη δημοσιευμένη εγγραφή δεν μπορεί να προσδιοριστεί η αιτία της υποβάθμισης ούτε να εξακριβωθεί σε ποιο στάδιο της παραγωγής, αποθήκευσης ή διακίνησης προέκυψε η διαφορά μεταξύ δηλωμένης και πραγματικής κατηγορίας.
Η μηνιαία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν δημοσιοποιεί την επωνυμία του παραγωγού ή του τυποποιητή, την εμπορική ονομασία του ελαιολάδου, ούτε στοιχεία της συγκεκριμένης παρτίδας. Η καταχώριση περιορίζεται στη χώρα προέλευσης, τη χώρα κοινοποίησης και τη φύση της μη συμμόρφωσης. Παρά την αναζήτηση του Cibum, σε επίσημες ελβετικές ανακοινώσεις και δημοσιεύματα, δεν κατέστη δυνατή η ταυτοποίηση του προϊόντος ή της επιχείρησης που εμπλέκεται στην υπόθεση.
Τον Μάρτιο του 2026 είχε καταγραφεί ακόμη μία υπόθεση ελληνικού ελαιολάδου με την ίδια ποιοτική απόκλιση. Κοινοποίηση της 24ης Μαρτίου αφορούσε βιολογικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ελληνικής προέλευσης που ταξινομήθηκε ως λαμπάντε. Την κοινοποίηση υπέβαλε η Ελλάδα, ενώ ως εμπλεκόμενες χώρες αναφέρονταν η Ελλάδα και η Γαλλία. Παρόμοια καταχώριση υπάρχει και στη μηνιαία ευρωπαϊκή έκθεση του Ιανουαρίου 2025. Εκεί αναφέρεται εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ελληνικής προέλευσης με χαρακτηρισμό «lampante oil», το οποίο κοινοποιήθηκε από τη Ρουμανία. Η περίπτωση καταχωρίστηκε επίσης στις αποκλίσεις πληροφοριών προϊόντος.
Τον Φεβρουάριο του 2025 οι τσεχικές αρχές είχαν εντοπίσει ελληνικό ελαιόλαδο που πωλούνταν ως εξαιρετικό παρθένο, αλλά κρίθηκε λαμπάντε. Σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα του Cibum, επρόκειτο για συσκευασία 500 ml, με ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 10 Ιουνίου 2026, παραγωγής AGROCRETA στα Χανιά. Στην Ελλάδα έχει καταγραφεί και παλαιότερη ανάκληση δύο παρτίδων εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου «Λατζιμάς», έπειτα από οργανοληπτική αξιολόγηση που τις κατέταξε ως λαμπάντε. Ο ΕΦΕΤ είχε ζητήσει την απόσυρσή τους, με συγκεκριμένους αριθμούς παρτίδας και ημερομηνίες διατηρησιμότητας του 2018.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ