ΑρχικήΝέαΑσφάλεια ΤροφίμωνΕκατοντάδες κρούσματα σαλμονέλωσης από μολυσμένες ντομάτες - Ασθενείς σε 4 διαφορετικές χώρες

Εκατοντάδες κρούσματα σαλμονέλωσης από μολυσμένες ντομάτες – Ασθενείς σε 4 διαφορετικές χώρες

Γιατί δεν επιβεβαιώθηκε η παρουσία του βακτηρίου στα δείγματα που εξετάστηκαν.

5 λεπτά ανάγνωσης

Μια πολυεθνική επιδημία σαλμονέλωσης, με 216 καταγεγραμμένα κρούσματα σε τέσσερις χώρες, συνδέθηκε πιθανότατα με την κατανάλωση ντομάτας που είχε εισαχθεί από το Μαρόκο. Η έξαρση καταγράφηκε από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2024, ενώ τα ευρήματα της διερεύνησης δημοσιεύθηκαν τον Οκτώβριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Eurosurveillance. Σύμφωνα με την έρευνα, τα περιστατικά αφορούσαν λοιμώξεις από γενετικά συγγενικά στελέχη του βακτηρίου Salmonella Blockley, με το Ηνωμένο Βασίλειο να καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων. Οι επιστήμονες εξέτασαν στοιχεία από τις συνεντεύξεις των ασθενών, επιδημιολογικές αναλύσεις, εργαστηριακά ευρήματα και πληροφορίες για την αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, προκειμένου να εντοπίσουν την πιθανή πηγή της μόλυνσης.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Βενέτης: «Καμπάνα» της Περιφέρειας Αττικής για παραβάσεις στο υποκατάστημα του Αεροδρομίου Αθηνών

- Advertisement -

Σε τέσσερις χώρες τα κρούσματα

Από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2024 εντοπίστηκαν συνολικά 216 περιστατικά λοίμωξης από γενετικά συγγενή στελέχη της Salmonella Blockley, τύπου αλληλούχισης 52 (sequence type 52). Στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφηκαν 129 περιστατικά, στη Γαλλία 56 και στη Γερμανία 30. Ένα ακόμη περιστατικό αναφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε άτομο που είχε ταξιδέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Από τα 129 περιστατικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα 79 καταγράφηκαν στην Αγγλία, τα 33 στη Σκωτία και τα 17 στην Ουαλία. Η γενετική ομοιότητα των στελεχών βοήθησε τις αρχές να αναγνωρίσουν ότι τα περιστατικά ενδέχεται να συνδέονταν μεταξύ τους και να επεκτείνουν τη διερεύνηση πέρα από τα εθνικά σύνορα.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέο πρόστιμο στα Public: 4.000 ευρώ για ελλιπή ενημέρωση καταναλωτών

- Advertisement -

Πώς συνδέθηκαν οι ντομάτες με την επιδημία

Η διερεύνηση στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε από τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τις συνεντεύξεις ασθενών, οι οποίες ανέδειξαν τις ντομάτες ως πιθανό όχημα μετάδοσης του βακτηρίου. Για να εξεταστεί αυτή η υπόθεση, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μελέτη ασθενών-μαρτύρων, συγκρίνοντας τις διατροφικές εκθέσεις 29 ασθενών με εκείνες 87 ατόμων της ομάδας ελέγχου.

Η ανάλυση έδειξε συσχέτιση ανάμεσα στην εμφάνιση της λοίμωξης, την κατανάλωση ντομάτας και τις αγορές από συγκεκριμένο λιανοπωλητή. Το εύρημα αυτό αποτέλεσε μέρος των στοιχείων που αξιολογήθηκαν για τον εντοπισμό της πιθανής πηγής. Στη συνέχεια εξετάστηκαν πληροφορίες για την προέλευση και τη διακίνηση των προϊόντων. Ο συνδυασμός των επιδημιολογικών δεδομένων με τα ευρήματα της έρευνας στην αλυσίδα εφοδιασμού οδήγησε τις βρετανικές αρχές στο συμπέρασμα ότι οι εισαγόμενες ντομάτες από το Μαρόκο αποτελούσαν την πιθανότερη πηγή της επιδημίας.

Γιατί δεν ανιχνεύθηκε το βακτήριο στα 312 δείγματα με την κλασική μέθοδο

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έρευνας είναι ότι η σύνδεση με τις ντομάτες δεν επιβεβαιώθηκε με τον συμβατικό εργαστηριακό τρόπο που θα τεκμηρίωνε άμεσα την παρουσία του παθογόνου στα εξεταζόμενα προϊόντα. Οι ερευνητές εξέτασαν 312 δείγματα ντομάτας. Σε κανένα δεν ανιχνεύθηκε σαλμονέλα με τη μέθοδο της καλλιέργειας. Ωστόσο, σε δύο δείγματα μετά από διαδικασία εμπλουτισμού ανιχνεύθηκε, μέσω μοριακής εξέτασης PCR, μικρή ποσότητα DNA σαλμονέλας. Τα ευρήματα αυτά δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν με καλλιέργεια.

Η διάκριση είναι ουσιαστική: η ανίχνευση DNA δεν ισοδυναμεί από μόνη της με απομόνωση ζωντανών βακτηρίων ούτε αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα δείγματα προκάλεσαν τις λοιμώξεις. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι καλλιέργειες ήταν αρνητικές δεν αποκλείει αυτομάτως το ενδεχόμενο προηγούμενης μόλυνσης, καθώς η ανίχνευση ενός παθογόνου μπορεί να επηρεάζεται από τη συγκέντρωσή του και τις συνθήκες δειγματοληψίας.

Τι σημαίνει η υπόθεση για την ασφάλεια των τροφίμων

Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι υγειονομικές αρχές όταν καλούνται να εντοπίσουν την πηγή μιας τροφιμογενούς επιδημίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προϊόντα που διακινούνται σε διαφορετικές χώρες και καταναλώνονται ευρέως. Η διερεύνηση μιας τέτοιας έξαρσης δεν βασίζεται αποκλειστικά στην ανίχνευση του παθογόνου σε ένα τρόφιμο. Η γενετική ανάλυση των στελεχών από τους ασθενείς, οι διατροφικές συνήθειες που καταγράφονται στις συνεντεύξεις, οι συγκρίσεις με ομάδες ελέγχου και η ιχνηλασιμότητα των προϊόντων μπορούν να συνθέσουν μια ισχυρή ένδειξη για την πιθανή πηγή μόλυνσης, ακόμη και όταν δεν υπάρχει οριστική εργαστηριακή επιβεβαίωση στα δείγματα τροφίμων.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Eurosurveillance την 1η Οκτωβρίου 2026, με τίτλο «A multi-country outbreak of Salmonella Blockley associated with tomato consumption, July to October 2024».

Επιστημονικές πηγές

Hoban A. et al. – A multi-country outbreak of Salmonella Blockley associated with tomato consumption, July to October 2024, Eurosurveillance, 2026

UK Health Security Agency

Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Βιολογικά προϊόντα: Συμφωνία Συμβουλίου και Ευρωκοινοβουλίου για αλλαγές στην πιστοποίηση, την επισήμανση και τις εισαγωγές

Τι αλλάζει στα βιολογικά προϊόντα μετά τη χθεσινή συμφωνία για τον κανονισμό 2018/848.

PPWR: Ποιες μικρές επιχειρήσεις απαλλάσσονται από υποχρεώσεις για τις συσκευασίες τους – Νέος οδηγός της Κομισιόν

Η Κομισιόν διευκρινίζει ποιες επιχειρήσεις εξαιρούνται από συγκεκριμένες απαιτήσεις και ποιος ευθύνεται για τη συμμόρφωση των συσκευασιών.

MOAH στα τρόφιμα: Από μέρα σε μέρα αναμένονται τα νέα ευρωπαϊκά όρια – Ποιες ελληνικές βιομηχανίες επηρεάζονται

Τα προτεινόμενα όρια MOAH επηρεάζουν ελαιοβιομηχανίες, γαλακτοβιομηχανίες και παραγωγούς συσκευασμένων τροφίμων, με σταδιακή εφαρμογή έως το 2030.