Η δημοσίευση της εκτενούς ευρωπαϊκής μελέτης PIMENTO στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό British Journal of Nutrition προσφέρει μια σπάνια και αποκαλυπτική ματιά στις διατροφικές συνήθειες των Ευρωπαίων. Με κύριους συγγραφείς τους Μιχαήλ Σύρπα, Θεόδωρο Σμιλιοτόπουλο, Δήμητρα Αγαθαγγέλου (Agaagunduz) και άλλους διακεκριμένους επιστήμονες, καθώς και με Έγκριση Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας να προέρχεται από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα 12.646 συμμετεχόντων από 53 χώρες. Τα ευρήματα χαρτογραφούν με ακρίβεια το πώς η γεωγραφία, η παράδοση και το κλίμα διαμορφώνουν το καθημερινό μας πιάτο, αναδεικνύοντας τις σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στη Βόρεια/Δυτική Ευρώπη και τον ευρωπαϊκό Νότο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Επείγουσα ανάκληση αλευριού: Παραπλανητικός ισχυρισμός στη συσκευασία βάζει σε κίνδυνο καταναλωτές
Παρά τις γεωγραφικές και πολιτισμικές διαφορές, υπάρχουν ορισμένες διατροφικές σταθερές που ενώνουν ολόκληρη την ήπειρο. Ο καφές, η σοκολάτα, το προζυμένιο ψωμί και το γιαούρτι αποτελούν κοινό τόπο και βρίσκονται στο καθημερινό τραπέζι σχεδόν κάθε Ευρωπαίου. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα ζύμωσης καταγράφουν σχεδόν καθολική κατανάλωση σε όλη την Ευρώπη, αγγίζοντας ποσοστά από 94,1% έως 95,6%. Ωστόσο, η βαθύτερη ανάλυση των δεδομένων αποκαλύπτει ότι ο τρόπος και η μορφή με την οποία καταναλώνονται αυτά τα προϊόντα διαφέρει ριζικά από περιοχή σε περιοχή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέο πρόστιμο στα Public: 4.000 ευρώ για ελλιπή ενημέρωση καταναλωτών
Τόσο ίδιοι και παράλληλα τόσοι διαφορετικοί
Στη σύγκριση μεταξύ των περιοχών, οι αριθμοί αποτυπώνουν δύο διαφορετικούς διατροφικούς κόσμους. Στον τομέα των γαλακτοκομικών, ενώ στην Ελλάδα και τον Νότο το παραδοσιακό γιαούρτι και τα σκληρά ή ημίσκληρα τυριά, όπως η φέτα και η γραβιέρα, αποτελούν τον σταθερό πυρήνα της καθημερινής διατροφής, στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη καταναλώνεται μεγαλύτερος όγκος ρευστών ζυμωμένων γαλακτοκομικών, όπως το ξινόγαλο, το κεφίρ και το quark.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στα φυτικά υποκατάστατα. Στη Δυτική Ευρώπη, το 72,8% των καταναλωτών αγοράζει συστηματικά φυτικές εναλλακτικές κρέατος και γαλακτοκομικών. Αντίθετα, στη Νότια Ευρώπη και την Ελλάδα η διείσδυση των προϊόντων αυτών παραμένει εντυπωσιακά χαμηλή, υπολειπόμενη του 50-52%. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στα μη αλκοολούχα ζυμωμένα ποτά, όπως η Kombucha και το κεφίρ νερού, όπου ο Νότος καταγράφει τη χαμηλότερη διείσδυση σε όλη την Ευρώπη με μόλις 18,3%.
Όσον αφορά τα ζυμωμένα λαχανικά και τα τουρσιά, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κατέχει τα πρωτεία σε συχνότητα και ποσότητα. Στην Ελλάδα, αν και τα τουρσιά είναι γνωστά, η ημερήσια κατανάλωσή τους περιορίζεται στα 4,4 έως 8,4 γραμμάρια ανά άτομο, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται σταθερά στα φρέσκα λαχανικά. Τέλος, στα ζυμωμένα κρέατα και αλλαντικά μακράς ωρίμανσης, η Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη εμφανίζει διείσδυση έως και 83,2%, ενώ στη Νότια Ευρώπη το ποσοστό αυτό πέφτει στο 62,5%, επιβεβαιώνοντας ότι η μεσογειακή κουζίνα βασίζεται λιγότερο στα επεξεργασμένα αλλαντικά.
Πού οφείλονται οι διαφοροποιήσεις στη διατροφή;
Η ακαδημαϊκή και κοινωνιολογική ερμηνεία αυτών των αποκλίσεων εδράζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες. Ο πρώτος άξονας είναι η κληρονομιά της Μεσογειακής Διατροφής και το κλίμα. Η Ελλάδα και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου απολαμβάνουν ηλιοφάνεια και πρόσβαση σε φρέσκα φρούτα, λαχανικά και ελαιόλαδο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ιστορικά, η ζύμωση αναπτύχθηκε στις βόρειες χώρες πρωτίστως ως ζωτική μέθοδος συντήρησης τροφίμων για τους μεγάλους και βαρείς χειμώνες.
Ο δεύτερος άξονας αφορά τις πολιτισμικές συνήθειες. Ο Έλληνας καταναλωτής προσλαμβάνει τα ζυμωμένα συστατικά κυρίως μέσω της αυθεντικής φέτας ΠΟΠ και του στραγγιστού γιαουρτιού που συνοδεύουν τα γεύματά του, αποφεύγοντας τις νεότερες εμπορικές τάσεις τύπου Kombucha.
Ο τρίτος άξονας σχετίζεται με την αντιμετώπιση των νέων διατροφικών τάσεων. Ενώ η Δυτική Ευρώπη υιοθέτησε γρήγορα τα βιομηχανικά plant-based υποκατάστατα για λόγους βιωσιμότητας και marketing, η Ελλάδα διαθέτει τη βαθιά ριζωμένη παράδοση της ορθόδοξης νηστείας. Η νηστεία προσφέρει πληθώρα φυσικών, ανεπεξέργαστων φυτοφαγικών επιλογών (όπως τα λαδερά και τα όσπρια), καθιστώντας περιττή την καταφυγή σε ultra-processed φυτικά υποκατάστατα.
Ο τέταρτος άξονας αφορά την ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού. Ένα μεγάλο ποσοστό των καταναλωτών στην Ελλάδα συνεχίζει να αγνοεί ότι αγαπημένα αγαθά της καθημερινότητας, όπως ο καφές, η σοκολάτα, το προζυμένιο ψωμί, οι ελιές ακόμα και ορισμένα τυριά, είναι στην πραγματικότητα προϊόντα ζύμωσης.
Η σημασία της ζύμωσης για την υγεία είναι θεμελιώδης, καθώς τα ζυμωμένα τρόφιμα τροφοδοτούν τον οργανισμό με προβιοτικά και μεταβιοτικά στοιχεία, ενισχύοντας το μικροβίωμα του εντέρου και θωρακίζοντας το ανοσοποιητικό σύστημα. Η ελληνική διατροφή διατηρεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα όταν συνδυάζει τα παραδοσιακά ζυμωμένα προϊόντα, όπως το γιαούρτι, τη φέτα και τις ελιές, με φρέσκα λαχανικά και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.
Επιστημονική τεκμηρίωση:
Mapping fermented food prevalence and intake across European regions: results from the Promoting Innovation of Fermented Foods (PIMENTO) study
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Δεκάδες ασθενείς από επικίνδυνο βακτήριο σε θαλασσινά – Επείγουσα προειδοποίηση σε επιχειρήσεις και καταναλωτές
- Στο στόχαστρο Nestlé και Unilever για παραπλανητικούς ισχυρισμούς υγείας σε δημοφιλή προϊόντα
- Πόσο κόστισε η προσπάθεια της Bayer να επηρεάσει τις αποφάσεις της ΕΕ για τη γλυφοσάτη; Aποκαλυπτικά στοιχεία του Corporate Europe Observatory
- Η κλιματική κρίση απειλεί και το ψωμί μας – Πώς η αύξηση του CO₂ ρίχνει την ποιότητα του σιταριού και αυξάνει τον κίνδυνο για δυσανεξίες
- Ισόβια κάθειρξη σε υπεύθυνη νηπιαγωγείου για τη δηλητηρίαση 247 παιδιών – Έβαζε χρωστικές που περιείχαν μόλυβδο στα γεύματα για να τα κάνει ελκυστικά
- Φριτέζα αέρα: Πώς θα απαλλαγείτε από τις επίμονες οσμές που δεν υποχωρούν ούτε μετά το καθάρισμα