Η απροθυμία πολλών Ευρωπαίων να δοκιμάσουν έντομα μπορεί να μην είναι απλώς αποτέλεσμα της σύγχρονης διατροφικής κουλτούρας. Νέα μελέτη δείχνει ότι η περιορισμένη κατανάλωση εντόμων από τους πληθυσμούς της βόρειας Ευρασίας έχει αφήσει αποτύπωμα ακόμη και στο ανθρώπινο γονιδίωμα, με αυτή την εξελικτική αλλαγή να χρονολογείται περίπου 9.000 χρόνια πριν. Οι ερευνητές συνδύασαν στοιχεία από αρχαίο DNA, γενετικά δεδομένα σύγχρονων πληθυσμών και υπολείμματα τροφών που διατηρούνται στα δόντια, αναζητώντας απαντήσεις για το πότε και γιατί οι άνθρωποι σε ορισμένες περιοχές εγκατέλειψαν την κατανάλωση εντόμων. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Science Advances, εξέτασε 745 δείγματα οδοντικής πλάκας από ανατομικά σύγχρονους ανθρώπους, με ορισμένα να χρονολογούνται έως και 33.000 χρόνια πριν. Η οδοντική πλάκα μπορεί να διατηρεί DNA από οργανισμούς που καταναλώθηκαν, προσφέροντας στους επιστήμονες ένα είδος αρχείου της αρχαίας διατροφής. Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι που ζούσαν στη βόρεια Ευρασία φαίνεται πως κατανάλωναν έντομα μόνο περιστασιακά, σε αντίθεση με άλλους πληθυσμούς και ιδιαίτερα με τους Νεάντερταλ.
Τι αποκαλύπτει το DNA
Το ενδιαφέρον εύρημα δεν βρίσκεται μόνο στο τι έτρωγαν οι αρχαίοι άνθρωποι, αλλά και στο πώς προσαρμόστηκε ο οργανισμός τους σε αυτή την αλλαγή διατροφής. Οι ερευνητές εξέτασαν γονίδια που σχετίζονται με την παραγωγή ενζύμων ικανών να διασπούν τη χιτίνη, το βασικό συστατικό του εξωσκελετού των εντόμων. Στους πληθυσμούς της βόρειας Ευρασίας εντοπίστηκαν γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με μικρότερη ικανότητα πέψης του συγκεκριμένου υλικού. Το μοτίβο αυτό φαίνεται να έχει διατηρηθεί για περίπου 9.000 χρόνια, δηλαδή από την περίοδο κατά την οποία εξαπλωνόταν η γεωργία. Η εικόνα ήταν διαφορετική στους Νεάντερταλ. Στα δείγματα οδοντικής πλάκας που εξετάστηκαν βρέθηκε πολύ περισσότερο DNA εντόμων, σε επίπεδα που σύμφωνα με τους ερευνητές ήταν συγκρίσιμα με εκείνα που παρατηρούνται σε δυτικούς χιμπαντζήδες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα έντομα ως συμπληρωματική τροφή. Μεταξύ των συχνότερων γενετικών καταλοίπων στα δόντια των Νεάντερταλ ήταν εκείνα από δίπτερα, την ομάδα στην οποία ανήκουν οι μύγες και τα κουνούπια. Η παρουσία DNA κουνουπιών ήταν ιδιαίτερα έντονη και οι ερευνητές εκτιμούν ότι το εύρημα μπορεί να συνδέεται με την κατανάλωση ζωικών πτωμάτων που περιείχαν προνύμφες εντόμων. Παράλληλα, τα γονίδια των Νεάντερταλ που σχετίζονται με την πέψη της χιτίνης φαίνεται να ευνοούσαν αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των εντόμων ως τροφής. Παρόμοια γενετική εικόνα εντοπίστηκε και στο μοναδικό δείγμα Ντενίσοβα που συμπεριλήφθηκε στην ανάλυση.
Γιατί άλλαξε η διατροφή
Η γεωγραφία φαίνεται να αποτελεί σημαντικό κομμάτι της εξήγησης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι πληθυσμοί που ζουν πιο κοντά στις τροπικές περιοχές εμφανίζουν συχνότερα γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με αυξημένη παραγωγή των ενζύμων που διασπούν τη χιτίνη. Σε αυτές τις περιοχές τα έντομα είναι πολύ πιο άφθονα και μπορούν να αποτελέσουν διαθέσιμη πηγή τροφής καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τερμίτες, ακρίδες και άλλα κοινωνικά έντομα μπορούν να συγκεντρωθούν σε μεγάλες ποσότητες, γεγονός που κάνει την κατανάλωσή τους ενεργειακά πιο συμφέρουσα. Καθώς οι ανθρώπινοι πληθυσμοί εξαπλώθηκαν σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη, η διαθεσιμότητα των εντόμων μειώθηκε και μαζί της φαίνεται ότι περιορίστηκε η ανάγκη για αποτελεσματική πέψη του εξωσκελετού τους. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η οικολογία μπορεί να επηρέασε έτσι όχι μόνο τις διατροφικές συνήθειες αλλά και τη βιολογία των πληθυσμών. Η σημερινή ευρωπαϊκή αποστροφή προς τα έντομα ενδέχεται επομένως να έχει πολύ παλαιότερες ρίζες από τις σύγχρονες αντιλήψεις για το τι θεωρείται «κανονικό» φαγητό.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα, καθώς τα έντομα εξετάζονται ξανά ως εναλλακτική πηγή πρωτεΐνης. Περισσότερα από 1.600 είδη εντόμων χαρακτηρίζονται ως εδώδιμα και διεθνείς οργανισμοί έχουν επισημάνει τις δυνατότητές τους ως πιο βιώσιμη πηγή τροφής. Η σύγχρονη παραγωγή, ωστόσο, μπορεί να αλλάξει σημαντικά την εικόνα που είχαν οι πρόγονοί μας, καθώς η εκτροφή και η βιομηχανική επεξεργασία επιτρέπουν την αξιοποίηση των εντόμων χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα η κατανάλωση ολόκληρου του εξωσκελετού τους.
Οι ερευνητές εξετάζουν ήδη την εξημέρωση εντόμων για χρήση ως τρόφιμα και ζωοτροφές, συγκρίνοντας το γονιδίωμα εκτρεφόμενων ειδών με εκείνο προγενέστερων πληθυσμών. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο γιατί οι άνθρωποι στην Ευρώπη σταμάτησαν να τρώνε έντομα, αλλά και κατά πόσο η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να κάνει ξανά αυτή την αρχαία πηγή τροφής αποδεκτή και αξιοποιήσιμη σε μεγάλη κλίμακα.