Έρευνα σε 3.500 καταναλωτές δείχνει ότι η γεύση και η τιμή είναι τα κρίσιμα εμπόδια για την υιοθέτηση των υβριδικών προϊόντων κρέατος
Η αγορά φυτικών τροφίμων έχει γνωρίσει σημαντική πτώση τα τελευταία χρόνια, με πολλούς καταναλωτές να αρνούνται να εγκαταλείψουν τελείως το κρέας. Σε αυτό το κλίμα, μια κατηγορία προϊόντων που συνδυάζει ζωική και φυτική πρωτεΐνη στην ίδια συνταγή αναδύεται ως η πιο ρεαλιστική γέφυρα μεταξύ των δύο κόσμων. Νέα έρευνα της Meatless, θυγατρικής μάρκας της Beneo, που διεξήχθη σε 3.500 καταναλωτές στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ολλανδία μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2025, επιβεβαιώνει ότι η αποδοχή των υβριδικών προϊόντων κρέατος αυξάνεται, ιδίως στους flexitarians, δηλαδή σε καταναλωτές που θέλουν να μειώσουν την κατανάλωση κρέατος χωρίς να την εγκαταλείψουν εντελώς. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, 4 στους 10 καταναλωτές ταυτίζονται με αυτή την κατηγορία. Στα υβριδικά προϊόντα κρέατος, μέρος της ζωικής πρωτεΐνης αντικαθίσταται από φυτικά συστατικά, όπως κουκιά, μυκοπρωτεΐνη, ρύζι ή κινόα, με τρόπο που δεν είναι εμφανής στη γεύση ή στην υφή. Η λογική είναι οτι οι παραγωγοί μειώνουν το κόστος πρώτων υλών, μειώνουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στην εφοδιαστική αλυσίδα και βελτιώνουν το διατροφικό προφίλ του τελικού προϊόντος, χωρίς να ζητούν από τον καταναλωτή να αλλάξει τις διατροφικές του συνήθειες.
Τι κινεί και τι εμποδίζει την αγορά
Σύμφωνα με τα ευρήματα, 6 στους 10 καταναλωτές στο Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν πρόθυμοι να αγοράσουν υβριδικά προϊόντα κρέατος «εφόσον η γεύση είναι καλή και η τιμή αποδεκτή». Η γεύση και η ποιότητα αναδείχθηκαν ως οι κύριοι παράγοντες αγοραστικής πρόθεσης, με σαφή προτίμηση για «γεύση πραγματικού κρέατος» και όχι για τα χαρακτηριστικά της φυτικής πρωτεΐνης. Αυτό αποτελεί κρίσιμη διαφορά από τα αμιγώς φυτικά προϊόντα, που συχνά αποτυγχάνουν ακριβώς επειδή επικοινωνούν τα οφέλη της φυτικής προέλευσης αντί να εστιάζουν στη γευστική εμπειρία. Η υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη αναδεικνύεται επίσης ως σημαντικός παράγοντας, ιδίως για Millennials και Generation Z, μια τάση που ο διευθύνων σύμβουλος της Meatless Niels E. Hower αποδίδει στο «halo» υγείας που έχει δημιουργήσει γύρω από την πρωτεΐνη η βιομηχανία fitness και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παγκοσμίως, το 81% των καταναλωτών δηλώνει ενδιαφέρον για την πρωτεΐνη, ενώ 2 στους 5 την κατατάσσουν ως το πιο σημαντικό θρεπτικό συστατικό. Όσον αφορά τις κατηγορίες προϊόντων, οι λουκάνικα είναι η πρώτη επιλογή στο Ηνωμένο Βασίλειο με ποσοστό σχεδόν 50%, ακολουθούμενα από τον κιμά (33%) και τα μπιφτέκια (15%). Αυτές οι κατηγορίες αντιπροσωπεύουν καθημερινά, οικεία προϊόντα που ο καταναλωτής δεν αντιλαμβάνεται ως «ειδική» επιλογή, στοιχείο που ευνοεί τη διείσδυση.
Η έρευνα αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα επικοινωνίας που αντιμετωπίζει ο κλάδος: η λέξη «υβριδικό» είναι ορολογία της βιομηχανίας και δεν λειτουργεί ως μήνυμα στον καταναλωτή. Υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι χρειάζεται διαφορετική γλώσσα στην ετικέτα και στο ράφι, με όρους όπως «ανάμεικτο», «εμπλουτισμένο» ή «μεικτής πηγής» να εξετάζονται ανά αγορά και πολιτισμικό πλαίσιο. Η Meatless επισημαίνει επίσης σαφείς περιφερειακές διαφορές στις προτιμήσεις. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο οι διατροφικές αξιώσεις έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, ενώ στη Γερμανία και την Ολλανδία οι καταναλωτές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη γεύση και στην αξία για τα χρήματα. Για τους κατασκευαστές, ο πρακτικός λόγος υιοθέτησης είναι εξίσου ισχυρός με τον καταναλωτικό. Η ανοδική πορεία των τιμών κρέατος αποτελεί ισχυρό κίνητρο για αντικατάσταση μέρους της ζωικής πρωτεΐνης, ενώ ταυτόχρονα οι λιανέμποροι ασκούν πίεση για μείωση των εκπομπών άνθρακα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν τα υβριδικά προϊόντα έχουν μέλλον, αλλά πώς θα τοποθετηθούν επιτυχώς σε αγορές με εντελώς διαφορετικές καταναλωτικές κουλτούρες.