Μια νέα επιστημονική μελέτη από την Ιταλία αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο συγκρίνεται μέχρι σήμερα το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του αγελαδινού γάλακτος με τα φυτικά ροφήματα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν η αξιολόγηση δεν βασίζεται μόνο στην ποσότητα του προϊόντος, αλλά και στη θρεπτική του αξία. Έτσι, συγκρίσεις που εμφανίζουν το αγελαδινό γάλα ως το προϊόν με το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα διαφοροποιούνται όταν η ανάλυση γίνεται με βάση την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, αναδεικνύοντας τη σημασία της επιλογής των επιστημονικών κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των τροφίμων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δίαιτα: Γιατί δεν πρέπει να συμβουλεύεστε ChatGPT, Gemini και Microsoft Copilot – Αποκαλυπτικά ευρήματα μελέτης
Σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών του Università Cattolica del Sacro Cuore της Ιταλίας, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του αγελαδινού γάλακτος μεταβάλλεται σημαντικά ανάλογα με τον τρόπο που πραγματοποιείται η αξιολόγησή του. Η εργασία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Foods (MDPI) και εξετάζει πώς η ενσωμάτωση της θρεπτικής αξίας στην Ανάλυση Κύκλου Ζωής (Nutritional Life Cycle Assessment – nLCA) επηρεάζει τη σύγκριση του αγελαδινού γάλακτος με φυτικά ροφήματα.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 94 γαλακτοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις της Βόρειας Ιταλίας, οι οποίες συμμετέχουν στις ζώνες παραγωγής των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης Grana Padano και Asiago. Οι ερευνητές αξιολόγησαν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παραγωγής νωπού γάλακτος μέχρι το στάδιο εξόδου από την εκμετάλλευση, χρησιμοποιώντας δεδομένα παραγωγής, ζωοτροφών, κατανάλωσης ενέργειας, διαχείρισης κοπριάς και αποδόσεων των εκτροφών.
Η Ανάλυση Κύκλου Ζωής αποτελεί διεθνώς καθιερωμένη μεθοδολογία για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός προϊόντος. Στη συγκεκριμένη εργασία εφαρμόστηκε η εκδοχή Nutritional Life Cycle Assessment, η οποία δεν περιορίζεται στην ποσότητα του προϊόντος, αλλά λαμβάνει υπόψη και τη θρεπτική του σύνθεση κατά την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα τρόφιμα δεν παρέχουν μόνο θερμίδες ή βάρος, αλλά διαφορετικές ποσότητες πρωτεϊνών, μετάλλων και άλλων θρεπτικών συστατικών, στοιχεία που επηρεάζουν ουσιαστικά τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών τροφίμων.
Για την αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές λειτουργικές μονάδες αναφοράς, όπως τα 100 γραμμάρια γάλακτος, τα 100 γραμμάρια πρωτεΐνης, τα 100 χιλιοστόγραμμα ασβεστίου, τα 10 γραμμάρια απαραίτητων αμινοξέων, μία μερίδα 125 mL και οι 100 θερμίδες γάλακτος. Η επιλογή αυτών των μονάδων επέτρεψε την εκτίμηση του ίδιου προϊόντος όχι μόνο ως ποσότητα, αλλά και ως πηγή συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών.
Η ανάλυση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος επικεντρώθηκε στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οι οποίες εκφράστηκαν ως ισοδύναμα διοξειδίου του άνθρακα (CO₂-eq). Οι μέσες τιμές που υπολογίστηκαν ήταν 0,17 kg CO₂-eq ανά 100 γραμμάρια γάλακτος, 4,78 kg CO₂-eq ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης, 0,14 kg CO₂-eq ανά 100 mg ασβεστίου, 1,06 kg CO₂-eq ανά 10 γραμμάρια απαραίτητων αμινοξέων, 0,21 kg CO₂-eq ανά μερίδα 125 mL και 0,33 kg CO₂-eq ανά 100 kcal γάλακτος.
Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων δεν κατέγραψε σημαντικές διαφορές στις εκπομπές μεταξύ των δύο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης ούτε μεταξύ ορεινών και πεδινών εκτροφών για καμία από τις λειτουργικές μονάδες που εξετάστηκαν. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα αποτελέσματα αφορούν το συγκεκριμένο σύνολο δεδομένων και δεν συνεπάγονται ότι όλα τα συστήματα παραγωγής παρουσιάζουν ταυτόσημη περιβαλλοντική συμπεριφορά.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε σύγκριση του αγελαδινού γάλακτος με φυτικά ροφήματα από σόγια, αμύγδαλο και ρύζι. Όταν η σύγκριση βασίστηκε στα 100 γραμμάρια προϊόντος, το αγελαδινό γάλα εμφάνισε υψηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από όλα τα φυτικά ροφήματα που εξετάστηκαν.
Η εικόνα διαφοροποιήθηκε όταν η σύγκριση πραγματοποιήθηκε με βάση την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη. Τα ροφήματα ρυζιού, λόγω της πολύ χαμηλής περιεκτικότητάς τους σε πρωτεΐνη, εμφάνισαν το υψηλότερο αποτύπωμα ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης, περίπου οκταπλάσιο από εκείνο του αγελαδινού γάλακτος. Τα ροφήματα σόγιας παρουσίασαν τη χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα πρωτεΐνης, ενώ τα ροφήματα αμυγδάλου εμφάνισαν τιμές παρόμοιες ή ελαφρώς υψηλότερες από το γάλα. Οι συγγραφείς αποδίδουν τις διαφορές κυρίως στις μεγάλες αποκλίσεις της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη μεταξύ των προϊόντων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι συγκρίσεις μεταξύ αγελαδινού γάλακτος και φυτικών ροφημάτων επηρεάζονται ουσιαστικά από τη λειτουργική μονάδα που χρησιμοποιείται. Η αξιολόγηση αποκλειστικά ανά μονάδα βάρους αποτυπώνει διαφορετική εικόνα από εκείνη που προκύπτει όταν λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα της παρεχόμενης πρωτεΐνης ή άλλων θρεπτικών συστατικών.
Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης ότι η ενσωμάτωση περισσότερων θρεπτικών παραμέτρων στις μελλοντικές αναλύσεις παραμένει πρόκληση, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη πλήρεις και εναρμονισμένες βάσεις δεδομένων που να συνδυάζουν λεπτομερή στοιχεία για τη θρεπτική σύσταση των τροφίμων με τα αντίστοιχα περιβαλλοντικά δεδομένα. Για τα φυτικά ροφήματα, η αξιολόγηση περιορίστηκε κυρίως στην πρωτεΐνη, επειδή δεν υπήρχαν συγκρίσιμα στοιχεία για μικροθρεπτικά συστατικά, όπως το ασβέστιο, σε όλα τα διαθέσιμα προϊόντα της αγοράς.
Στην τελική αξιολόγηση, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η χρήση λειτουργικών μονάδων που συνδέονται με τη θρεπτική αξία μπορεί να προσφέρει διαφορετική ερμηνεία των περιβαλλοντικών επιδόσεων των τροφίμων σε σχέση με τις συγκρίσεις που βασίζονται αποκλειστικά στη μάζα του προϊόντος. Παράλληλα υπογραμμίζουν ότι οι εκπομπές από την παραγωγή γάλακτος εξακολουθούν να επηρεάζονται κυρίως από παράγοντες όπως η διαχείριση των ζωοτροφών, η παραγωγικότητα των ζώων, η διαχείριση της κοπριάς και η κατανάλωση ενέργειας στις εκμεταλλεύσεις.
Πηγή: Foods MDPI https://www.mdpi.com/2304-8158/15/14/2541
Αναφορά: Froldi, Federico, Maurizio Moschini, Antonio Gallo, Alessia Moroni, Lucrezia Lamastra, Filippo Rossi, Riccardo Negrini, Margherita Dall’Asta και Erminio Trevisi. 2026. “Nutritional Life Cycle Assessment of Cow Milk in Northern Italy: Implications for Comparisions with Plant-Based Alternatives”
Foods 15, αρ. 14: 2541. https://doi.org/10.3390/foods15142541