Η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων περνά σταδιακά από τη γενική παρακολούθηση της χοληστερόλης σε μια πιο σύνθετη αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, με μεγαλύτερη έμφαση σε βιοδείκτες όπως η απολιποπρωτεΐνη Β (ApoB), η λιποπρωτεΐνη(a), η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και η μέτρηση της ασβέστωσης των στεφανιαίων αρτηριών. Παράλληλα, η βιομηχανία διατροφικών συστατικών αναζητά νέες εφαρμογές για τα ωμέγα-3, τη βιταμίνη Κ2 και άλλα συστατικά, καθώς οι καταναλωτές δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την πρόληψη πριν εμφανιστούν προβλήματα. Η τάση αυτή περιγράφεται σε πρόσφατη ανάλυση του Nutrition Insight, η οποία καταγράφει τις αλλαγές στην αγορά της καρδιαγγειακής διατροφής και τις απόψεις εκπροσώπων εταιρειών συστατικών. Κοινό σημείο είναι η προσπάθεια να συνδεθούν τα διατροφικά προϊόντα με μετρήσιμους δείκτες και κλινικά δεδομένα, αντί για γενικούς ισχυρισμούς περί «καρδιοπροστασίας».
Η ApoB αποκτά μεγαλύτερη σημασία
Ένας από τους δείκτες που κερδίζουν έδαφος είναι η ApoB, η απολιποπρωτεΐνη Β, η οποία συνδέεται με τον αριθμό των αθηρογόνων λιποπρωτεϊνικών σωματιδίων που κυκλοφορούν στο αίμα. Η LDL-C μετρά την ποσότητα χοληστερόλης που περιέχεται στα σωματίδια LDL, ενώ η ApoB προσφέρει διαφορετική πληροφορία, καθώς κάθε αθηρογόνο σωματίδιο φέρει ένα μόριο ApoB. Η διαφορά αυτή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες. Οι νέες αμερικανικές οδηγίες για τη διαχείριση των λιπιδίων αναφέρουν ότι η μέτρηση της ApoB μπορεί να είναι χρήσιμη σε ενήλικες που λαμβάνουν υπολιπιδαιμική θεραπεία, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν καρδιαγγειακή νόσος, διαβήτης τύπου 2 ή αυξημένα τριγλυκερίδια. Σε άτομα που δεν λαμβάνουν θεραπεία, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Το ενδιαφέρον για την ApoB δεν σημαίνει ότι η LDL-C παύει να έχει σημασία. Αντίθετα, η τάση είναι να χρησιμοποιούνται περισσότεροι δείκτες μαζί, ώστε η εκτίμηση του κινδύνου να μην βασίζεται σε έναν μόνο αριθμό. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται η λιποπρωτεΐνη(a), η αρτηριακή πίεση, οι δείκτες φλεγμονής και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η αξονική μέτρηση της ασβέστωσης των στεφανιαίων αρτηριών.
Βιταμίνη Κ2
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η βιταμίνη Κ2, κυρίως με τη μορφή μενακινόνης-7 (MK-7), μετά τη δημοσίευση τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής στο JAMA Cardiology. Στη μελέτη συμμετείχαν 180 ασθενείς με στεφανιαία νόσο, οι οποίοι έλαβαν καθημερινά 360 μικρογραμμάρια MK-7 ή εικονικό σκεύασμα για δύο χρόνια. Η ομάδα που έλαβε MK-7 εμφάνισε μικρότερη αύξηση του σκορ ασβέστωσης των στεφανιαίων αρτηριών. Στο τέλος της διετούς παρακολούθησης, το διάμεσο σκορ Agatston ήταν 184 μονάδες στην ομάδα της MK-7 έναντι 214 στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος, ενώ η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες. Η εξέλιξη της μάζας ασβεστίου παρουσίασε επίσης μικρότερη αύξηση στην ομάδα της βιταμίνης Κ2.
Το εύρημα είναι σημαντικό, αλλά δεν σημαίνει ότι η βιταμίνη Κ2 έχει αποδειχθεί ότι προλαμβάνει εμφράγματα ή μειώνει τη θνητότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζεται να αποδειχθεί εάν η μικρότερη εξέλιξη της ασβέστωσης μεταφράζεται τελικά σε λιγότερα θανατηφόρα ή μη θανατηφόρα καρδιαγγειακά επεισόδια. Προηγούμενες μετα-αναλύσεις κλινικών δοκιμών με βιταμίνη Κ είχαν επίσης δώσει μη συνεπή αποτελέσματα.
Ωμέγα-3
Στα ωμέγα-3, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται εν μέρει από το παραδοσιακό ιχθυέλαιο σε εναλλακτικές πηγές, καθώς οι συνθήκες στην αλιεία και η μεταβλητότητα των αποδόσεων δημιουργούν πιέσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού. Το έλαιο από μικροάλγες παρουσιάζεται ως μία από τις επιλογές για την παροχή ωμέγα-3, ιδιαίτερα σε προϊόντα που απευθύνονται σε καταναλωτές που αποφεύγουν τα συστατικά ζωικής προέλευσης. Παράλληλα, εξακολουθούν να εξετάζονται το krill oil, το έλαιο calanus και φυτικές πηγές λιπαρών οξέων.
Η σημασία των ωμέγα-3 για την καρδιαγγειακή υγεία αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας, όμως δεν πρέπει να συγχέεται η γενική συσχέτιση της επαρκούς πρόσληψης με την υγεία της καρδιάς με την απόδειξη ότι κάθε συμπλήρωμα ωμέγα-3 προσφέρει το ίδιο όφελος. Μάλιστα, πρόσφατη παγκόσμια ανάλυση που εξέτασε τη σχέση χαμηλής πρόσληψης ωμέγα-3 από θαλασσινά με την ισχαιμική καρδιοπάθεια υπογράμμισε ότι τα ευρήματα είναι οικολογικά και δεν μπορούν να αποδείξουν αιτιώδη σχέση σε ατομικό επίπεδο.
Η ευρύτερη τάση που καταγράφεται είναι επομένως η μετάβαση από προϊόντα που υπόσχονται γενικά «υγεία της καρδιάς» σε σκευάσματα και διατροφικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να συνδεθούν με συγκεκριμένους βιοδείκτες, δοσολογίες και κλινικές μελέτες. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη για σαφή διάκριση ανάμεσα σε ένα πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό ή κλινικό εύρημα και σε ένα αποτέλεσμα που έχει ήδη αποδείξει ότι μειώνει τα καρδιαγγειακά επεισόδια στον γενικό πληθυσμό.