Το μητρικό γάλα δεν είναι ένα σταθερό μείγμα θρεπτικών συστατικών και η σύστασή του μπορεί να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο European Journal of Nutrition εξετάζει ειδικότερα τη σχέση ανάμεσα στη διατροφή της μητέρας και στα λιπαρά οξέα του μητρικού γάλακτος, καταλήγοντας σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα. Η ποσότητα και το είδος ορισμένων λιπαρών οξέων στη διατροφή της μητέρας φαίνεται πράγματι να αντανακλώνται στο γάλα, όμως η σχέση δεν είναι ίδια για όλες τις κατηγορίες λιπαρών. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη μελέτη MELK, εξετάζοντας τόσο τη διατροφική πρόσληψη των μητέρων όσο και τη σύσταση του γάλακτός τους.
Ποια λιπαρά φαίνεται να περνούν στο γάλα
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, στα οποία ανήκουν τα ωμέγα 3 και τα ωμέγα 6. Πρόκειται για λιπαρά οξέα που ο οργανισμός χρειάζεται και τα οποία συμμετέχουν σε σημαντικές λειτουργίες, μεταξύ άλλων στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών και σε μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανάπτυξη. Οι μητέρες με υψηλότερη πρόσληψη ωμέγα 3 και ωμέγα 6 είχαν γενικά υψηλότερες αναλογίες των αντίστοιχων λιπαρών οξέων στο μητρικό γάλα. Παρόμοια σχέση παρατηρήθηκε και για τα τρανς λιπαρά οξέα, με υψηλότερη κατανάλωση να συνδέεται με υψηλότερες αναλογίες τους στο γάλα. Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε λιπαρό που καταναλώνει μια μητέρα μεταφέρεται αυτούσιο στο μητρικό γάλα. Ο μαστικός αδένας δεν λειτουργεί ως απλό «φίλτρο» της διατροφής. Τα λιπαρά οξέα που κυκλοφορούν στο αίμα μπορούν να προέρχονται από την πρόσφατη διατροφή, αλλά και από αποθηκευμένα λιπαρά του οργανισμού και από τις ίδιες τις μεταβολικές διαδικασίες της μητέρας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η σύσταση του μητρικού γάλακτος δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από το τι έφαγε μια γυναίκα την προηγούμενη ημέρα. Η μελέτη έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή αναδεικνύει αυτή τη διαφοροποίηση. Οι ερευνητές δεν εντόπισαν μια ενιαία σχέση ανάμεσα στη συνολική πρόσληψη λίπους και στο λίπος του μητρικού γάλακτος. Η σχέση εξαρτάται από το συγκεκριμένο λιπαρό οξύ και την προέλευσή του, γεγονός που δείχνει ότι η σύσταση του γάλακτος διαμορφώνεται από ένα πιο σύνθετο σύστημα από μια απλή μεταφορά θρεπτικών συστατικών από το πιάτο στο γάλα.
Τι σημαίνει αυτό για τη διατροφή της μητέρας
Τα ευρήματα προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στην εικόνα που έχουν οι επιστήμονες για τον τρόπο με τον οποίο η μητρική διατροφή συνδέεται με τη σύσταση του γάλακτος. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η διατροφή μπορεί να τροποποιήσει σχετικά γρήγορα το προφίλ ορισμένων λιπαρών οξέων, ιδιαίτερα όταν αλλάζει σημαντικά η πρόσληψη συγκεκριμένων πολυακόρεστων λιπαρών. Μελέτες έχουν δείξει, για παράδειγμα, ότι η αύξηση των ωμέγα 3 στη διατροφή μπορεί να μεταβάλει τη σύσταση των αντίστοιχων λιπαρών οξέων στο μητρικό γάλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα που θηλάζει χρειάζεται να ακολουθήσει μια αυστηρή ή ειδική δίαιτα προκειμένου το γάλα της να θεωρείται κατάλληλο για το βρέφος. Η μελέτη εξετάζει συσχετίσεις και όχι μια οδηγία για συγκεκριμένες τροφές ή ένα θεραπευτικό διατροφικό σχήμα. Εξάλλου, η σύσταση του μητρικού γάλακτος επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων το στάδιο της γαλουχίας, η φυσιολογία της μητέρας και η διαθεσιμότητα διαφορετικών θρεπτικών συστατικών στον οργανισμό.
Το σημείο που αξίζει να κρατήσουμε από τη συγκεκριμένη έρευνα είναι ότι η διατροφή της μητέρας μπορεί να αφήσει ένα μετρήσιμο αποτύπωμα στο λιπαρό προφίλ του γάλακτος, αλλά αυτό το αποτύπωμα δεν είναι ίδιο για όλα τα λιπαρά. Η σχέση είναι πιο ξεκάθαρη για ορισμένες κατηγορίες πολυακόρεστων λιπαρών και για τα τρανς λιπαρά, ενώ άλλα λιπαρά φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τον μεταβολισμό και τα αποθέματα του οργανισμού.
Για το βρέφος, η σημασία αυτής της σύνθεσης αφορά ιδιαίτερα την περίοδο της ταχείας ανάπτυξης. Τα λιπίδια του μητρικού γάλακτος αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας, ενώ ορισμένα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα συμμετέχουν στη φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου και της όρασης. Παράλληλα, νεότερη έρευνα δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στα λιπαρά του μητρικού γάλακτος και στην ανάπτυξη του βρέφους είναι ακόμη πιο σύνθετη και δεν εξαντλείται στην ποσότητα λίπους που προσλαμβάνεται.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η παρουσία τρανς λιπαρών στο μητρικό γάλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ερευνητές ως δείκτης πρόσφατης πρόσληψής τους από τη μητέρα, καθώς τα επίπεδά τους φαίνεται να αντανακλούν σε κάποιο βαθμό την έκθεση μέσω της διατροφής. Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nutrients εξέτασε ακριβώς αυτή τη δυνατότητα.