Νέα μελέτη δείχνει ότι βαρέα μέταλλα και επικίνδυνες ουσίες παραμένουν σε τρόφιμα που τρώμε κάθε μέρα
Η Γαλλική Εθνική Υπηρεσία για την Ασφάλεια των Τροφίμων, του Περιβάλλοντος και της Εργασίας (ANSES) δημοσιοποίησε τα πρώτα αποτελέσματα της τρίτης έκδοσης της μελέτης ολικής διατροφής (TDS3), που ξεκίνησε το 2018 με στόχο την καταγραφή της έκθεσης των πολιτών σε χημικούς ρύπους μέσω της καθημερινής διατροφής. Η μελέτη περιλαμβάνει περισσότερες από 250 ουσίες, μεταξύ των οποίων βαρέα μέταλλα όπως μόλυβδος, κάδμιο και υδράργυρος, το ακρυλαμίδιο που σχηματίζεται κατά το μαγείρεμα, καθώς και άλλες χημικές ενώσεις που μπορεί να επηρεάσουν την υγεία των ανθρώπων. Η σύγκριση με την προηγούμενη μελέτη (TDS2), που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2006 και 2011, αποκαλύπτει μια μικτή εικόνα. Υπάρχουν μειώσεις σε κάποιους ρύπους όπως το ακρυλαμίδιο σε βασικά τρόφιμα, αλλά σε άλλες ουσίες η έκθεση παραμένει υψηλή ή αυξάνεται σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων. Αυτό σημαίνει ότι οι Γάλλοι εξακολουθούν να εκτίθενται σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία για την υγεία, ιδιαίτερα τα παιδιά και άλλες ευάλωτες ομάδες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πόσο νερό πρέπει να πίνουμε για να χάσουμε βάρος
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τυρί cottage: Μία από τις 10 μεγαλύτερες γαλακτοβιομηχανίες παγκοσμίως ανακαλεί 6 κωδικούς λόγω “σημαντικού κινδύνου”
Το ακρυλαμίδιο, που σχηματίζεται σε τρόφιμα πλούσια σε άμυλο και σάκχαρα όταν τηγανίζονται ή ψήνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, όπως πατάτες, μπισκότα και πατατάκια, έχει μειωθεί σε ορισμένα βασικά προϊόντα χάρη σε βελτιωμένες πρακτικές παραγωγής. Παρόλα αυτά η καθημερινή κατανάλωση τηγανητών και επεξεργασμένων προϊόντων διατηρεί την έκθεση υψηλή, γεγονός που καθιστά το ακρυλαμίδιο ένα διαρκές πρόβλημα δημόσιας υγείας. Η έκθεση παραμένει επαρκώς σημαντική ώστε να προκαλεί ανησυχία για μακροπρόθεσμους κινδύνους, κυρίως για νευροτοξικές και καρκινογενείς επιδράσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μύδια μολυσμένα με δύο επικίνδυνα βακτήρια πωλήθηκαν σε μεγάλο σούπερ μάρκετ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θραύσματα γυαλιού σε πράσινα φασολάκια ιδιωτικής ετικέτας – Άμεση ανάκληση
Βαρέα μέταλλα και διαρκείς κίνδυνοι για τον πληθυσμό
Η έκθεση σε βαρέα μέταλλα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας. Ο κάδμιο, που βρίσκεται σε πατάτες, λαχανικά, ψωμί και ζυμαρικά, επηρεάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ενώ τα οστρακοειδή και τα μαλάκια αυξάνουν την έκθεση σε συγκεκριμένες ομάδες που τα καταναλώνουν συχνά. Ο μόλυβδος, αν και μειωμένος λόγω πολιτικών που περιορίζουν τη χρήση του σε καύσιμα, σωλήνες νερού και χρώματα, παραμένει παρών σε τρόφιμα και νερό, υποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος δεν έχει εξαλειφθεί. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο υδράργυρος, κυρίως υπό μορφή μεθυλυδραργύρου που εντοπίζεται σε μεγάλους θηρευτές ψάρια όπως ο τόνος. Τα επίπεδα έκθεσης παραμένουν σταθερά σε σχέση με την προηγούμενη μελέτη, υπογραμμίζοντας ότι συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού εξακολουθούν να διατρέχουν κίνδυνο, με πιθανές συνέπειες στη νευροαναπτυξιακή λειτουργία των παιδιών και στην υγεία των εγκύων γυναικών. Παρά τη μείωση ορισμένων ουσιών, η έκθεση σε κάδμιο, αλουμίνιο, μόλυβδο, μεθυλυδράργυρο και ακρυλαμίδιο παραμένει σε επίπεδα που θεωρούνται ανησυχητικά. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι τρέχουσες ρυθμίσεις και οι βελτιώσεις στην παραγωγή τροφίμων δεν επαρκούν για να προστατεύσουν πλήρως τον πληθυσμό. Η ANSES τονίζει την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης, ενώ επισημαίνει ότι απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις σε τρόφιμα που καταναλώνονται ευρέως, προκειμένου να μειωθεί η συνολική έκθεση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κρακεράκια με αυξημένο ακρυλαμίδιο και υπολείμματα φυτοφαρμάκων – Τι έδειξε εργαστηριακή ανάλυση σε 19 προϊόντα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αντηλιακά: 1 στα 5 εξακολουθεί να είναι μολυσμένο με απαγορευμένες ουσίες που επηρεάζουν την αναπαραγωγή
Η TDS3 θα συνεχίσει με την αξιολόγηση άλλων κατηγοριών χημικών ουσιών, όπως υπολείμματα φυτοφαρμάκων, PFAS και ουσίες που μεταναστεύουν από υλικά συσκευασίας. Η καθημερινή κατανάλωση πολλών διαφορετικών τροφίμων δημιουργεί σύνθετες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, απαιτώντας ενισχυμένα μέτρα ελέγχου και πληροφόρησης του κοινού. Οι ευάλωτες ομάδες, όπως τα παιδιά, οι έγκυες και οι ηλικιωμένοι, παραμένουν οι πιο εκτεθειμένες, καθιστώντας την πρόληψη και τη μείωση των χημικών ρύπων αναγκαία προτεραιότητα.