Ένα χημικό που εμποδίζει τους τερμίτες να σχηματίσουν τον νέο εξωσκελετό τους μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική προσέγγιση στην αντιμετώπιση των προσβολών ξύλου, καθώς η δράση του δεν περιορίζεται στα έντομα που έρχονται άμεσα σε επαφή με την ουσία. Ερευνητές από το University of California, Riverside διαπίστωσαν ότι το bistrifluron, ένας αναστολέας της σύνθεσης χιτίνης, μπορεί να μεταφερθεί από τερμίτες που έχουν εκτεθεί στην ουσία σε άλλα μέλη της αποικίας, οδηγώντας τελικά στον θάνατο και των μη εκτεθειμένων εντόμων.
Η ουσία δοκιμάστηκε στον δυτικό τερμίτη ξηρού ξύλου, Incisitermes minor, ένα είδος που μπορεί να ζει και να τρέφεται μέσα στο ίδιο το ξύλο, γεγονός που κάνει τον εντοπισμό και την αντιμετώπισή του ιδιαίτερα δύσκολους. Σε αντίθεση με τους υπόγειους τερμίτες, οι οποίοι διατηρούν αποικίες που συνδέονται με το έδαφος, οι τερμίτες ξηρού ξύλου μπορούν να παραμένουν κρυμμένοι μέσα σε δοκάρια, έπιπλα και άλλα ξύλινα στοιχεία. Το είδος έχει επίσης μεταφερθεί σε διάφορες περιοχές εκτός της φυσικής του εξάπλωσης, μεταξύ άλλων στη Χαβάη, τη Νέα Υόρκη, τη Φλόριντα, τον Καναδά, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Κορέα και την Αυστραλία.
Η ουσία εκμεταλλεύεται τον κύκλο ζωής των τερμιτών
Το bistrifluron ανήκει στους αναστολείς σύνθεσης χιτίνης, ουσίες που εμποδίζουν τα έντομα να σχηματίσουν σωστά τον εξωσκελετό τους. Η δράση τους διαφέρει από εκείνη ενός άμεσα θανατηφόρου εντομοκτόνου, καθώς οι τερμίτες συνεχίζουν για κάποιο διάστημα να κινούνται και να τρέφονται, μέχρι να φτάσουν στο επόμενο στάδιο έκδυσης. Εκεί βρίσκεται η αδυναμία τους, καθώς χρειάζονται έναν νέο, μεγαλύτερο εξωσκελετό και η διαταραχή της παραγωγής χιτίνης μπορεί να καταστήσει αδύνατη την επιτυχή ολοκλήρωση της έκδυσης.
Οι ερευνητές συνέκριναν το bistrifluron με δύο ακόμη αναστολείς σύνθεσης χιτίνης, το chlorfluazuron και το noviflumuron. Στη δοκιμή όπου οι τερμίτες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να έρθουν σε επαφή με το επεξεργασμένο ξύλο, το bistrifluron σε συγκέντρωση 0,1% προκάλεσε περίπου 99% θνησιμότητα μέσα σε 60 ημέρες. Όταν οι τερμίτες μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ επεξεργασμένου και μη επεξεργασμένου ξύλου, η θνησιμότητα έφτασε περίπου στο 96%.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα προέκυψε όταν οι επιστήμονες εξέτασαν αν η ουσία μπορούσε να περάσει από έναν τερμίτη σε άλλους. Μόλις 5% της ομάδας είχε αρχικά εκτεθεί στο bistrifluron, ενώ οι υπόλοιποι τερμίτες δεν είχαν έρθει σε άμεση επαφή με την ουσία. Παρ’ όλα αυτά, υλικό που είχε καταναλωθεί από τους εκτεθειμένους τερμίτες μεταφέρθηκε στους υπόλοιπους μέσα σε 24 έως 48 ώρες, και η συνολική θνησιμότητα της ομάδας έφτασε τελικά το 100% έως την 90ή ημέρα. Παρόμοια πορεία παρατηρήθηκε και όταν το 50% των τερμιτών είχε αρχικά εκτεθεί.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θανάσιμα αγγούρια: Ανάκληση-μαμούθ σχεδόν 34 τόνων μετά την επιδημία Salmonella με 69 κρούσματα και έναν θάνατο
Γιατί μπορεί να έχει σημασία για τις προσβολές σε κτίρια
Η αργή δράση της ουσίας μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί πλεονέκτημα. Ένα εντομοκτόνο που σκοτώνει αμέσως τα έντομα που έρχονται σε επαφή μαζί του περιορίζει την πιθανότητα να μεταφερθεί στην υπόλοιπη αποικία. Αντίθετα, οι αναστολείς σύνθεσης χιτίνης επιτρέπουν στα έντομα να συνεχίσουν για κάποιο διάστημα τη φυσιολογική τους δραστηριότητα, γεγονός που δίνει χρόνο για μεταφορά της ουσίας μεταξύ των μελών της αποικίας. Η ιδιότητα αυτή έχει ήδη αξιοποιηθεί σε ορισμένα δολώματα για υπόγειους τερμίτες, όμως οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τέτοιες λύσεις δεν αποτελούν ακόμη καθιερωμένη επιλογή για τον έλεγχο των τερμιτών ξηρού ξύλου.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση θα μπορούσε να είναι χρήσιμη ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η πλήρης απολύμανση ενός κτιρίου είναι δύσκολη ή ιδιαίτερα επιβαρυντική. Η ολική υποκαπνιστική εφαρμογή παραμένει αποτελεσματική μέθοδος για την αντιμετώπιση προσβολών τερμιτών ξηρού ξύλου, όμως απαιτεί την εκκένωση του κτιρίου, έχει σημαντικό κόστος και δεν αφήνει απαραίτητα μακροχρόνια προστασία από νέες προσβολές. Η εργαστηριακή μελέτη επομένως εξετάζει το bistrifluron ως πιθανή βάση για τοπικές εφαρμογές ή δολώματα, όχι ως ήδη διαθέσιμη αντικατάσταση των υφιστάμενων μεθόδων.
Υπάρχει, ωστόσο, σημαντική απόσταση μέχρι μια πρακτική εφαρμογή σε πραγματικά κτίρια. Τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν σε ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες και οι ερευνητές χρησιμοποίησαν bistrifluron διαλυμένο σε ακετόνη για την επεξεργασία μικρών τεμαχίων ξύλου. Η συγκεκριμένη μορφή δεν είναι κατάλληλη για απευθείας χρήση σε κατοικίες και απαιτείται ανάπτυξη ασφαλέστερης και πρακτικότερης σύνθεσης. Το επόμενο βήμα είναι να εξεταστεί αν η ίδια αποτελεσματικότητα μπορεί να επιτευχθεί σε πραγματικές αποικίες που βρίσκονται κρυμμένες μέσα σε δομικά στοιχεία ξύλου.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Economic Entomology.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ