Η χρήση ενδοφλέβιου σιδήρου από γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας στην Αυστραλία έχει αυξηθεί θεαματικά μέσα σε μία δεκαετία, με τα νέα στοιχεία να δείχνουν ότι μία στις 20 γυναίκες ηλικίας 18 έως 44 ετών έλαβε ενδοφλέβιο σίδηρο το 2024. Η ανάλυση των στοιχείων για την περίοδο 2013 έως 2024 καταγράφει αύξηση από 0,3 γυναίκες ανά 100 το 2013 σε 5 γυναίκες ανά 100 το 2024, δηλαδή περίπου 17πλάσια αύξηση στη χρήση. Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από το αυστραλιανό Pharmaceutical Benefits Scheme και εξέτασε τις χορηγήσεις ενδοφλέβιου σιδήρου σε γυναίκες ηλικίας 18 έως 44 ετών. Παράλληλα με την αύξηση του αριθμού των γυναικών που έλαβαν θεραπεία, αυξήθηκε σημαντικά και η σχετική δαπάνη. Η συνολική δαπάνη για τα σκευάσματα ενδοφλέβιου σιδήρου αυξήθηκε από 1,1 εκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια το 2013 σε 82,3 εκατομμύρια το 2024, ενώ σχεδόν το 94% των συνολικών συνταγογραφήσεων το 2024 αφορούσε καρβοξυμαλτόζη του σιδήρου.
Η αύξηση δεν αφορά όλες τις μορφές ενδοφλέβιου σιδήρου στον ίδιο βαθμό. Η καρβοξυμαλτόζη του σιδήρου αντιστοιχούσε στο 93,9% των συνολικών απαιτήσεων το 2024, έχοντας εξελιχθεί σε μακράν συχνότερη επιλογή. Η συγκεκριμένη μορφή σιδήρου επιτρέπει τη χορήγηση μεγαλύτερης ποσότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα και έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε περιπτώσεις όπου η από του στόματος χορήγηση δεν είναι αποτελεσματική ή δεν είναι ανεκτή. Η ενδοφλέβια χορήγηση δεν αποτελεί γενικά την πρώτη επιλογή σε κάθε περίπτωση έλλειψης σιδήρου. Χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων όταν ο από του στόματος σίδηρος δεν έχει αποδώσει, δεν είναι ανεκτός ή απαιτείται ταχεία αναπλήρωση των αποθεμάτων σιδήρου. Η προηγούμενη έρευνα στην Αυστραλία είχε ήδη δείξει σημαντική αύξηση της χρήσης του συγκεκριμένου τρόπου θεραπείας, όμως τα νέα δεδομένα καλύπτουν μεγαλύτερη χρονική περίοδο και αποτυπώνουν την εξέλιξη μέχρι το 2024.
Η έλλειψη σιδήρου αποτελεί συχνό πρόβλημα στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, καθώς η έντονη έμμηνος ρύση, η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και ο θηλασμός μπορούν να αυξήσουν τις ανάγκες του οργανισμού σε σίδηρο. Η έλλειψη μπορεί να συνοδεύεται από κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης και μειωμένη σωματική απόδοση, ιδιαίτερα όταν εξελιχθεί σε σιδηροπενική αναιμία.
Ωστόσο, η νέα μελέτη δεν εξέτασε εάν κάθε χορήγηση ενδοφλέβιου σιδήρου ήταν κλινικά απαραίτητη. Τα δεδομένα καταγράφουν τη χρήση της θεραπείας και όχι την καταλληλότητα κάθε μεμονωμένης συνταγογράφησης, επομένως η αύξηση των χορηγήσεων δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι αυξήθηκαν στον ίδιο βαθμό και οι περιπτώσεις που απαιτούσαν ενδοφλέβια θεραπεία. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν την ανάγκη να διερευνηθούν οι λόγοι πίσω από την αυξημένη χρήση.
Μεγάλες διαφορές ανά περιοχή και ασθενή
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η χρήση του ενδοφλέβιου σιδήρου δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την Αυστραλία. Οι ερευνητές εντόπισαν σημαντικές διαφορές ανάλογα με την πολιτεία ή επικράτεια όπου ζούσε η γυναίκα, την ηλικία της, το αν διέθετε κάρτα υγειονομικής περίθαλψης για άτομα με χαμηλότερο εισόδημα, αλλά και την ειδικότητα του επαγγελματία υγείας που χορήγησε τη θεραπεία. Σε ορισμένες περιοχές, η χρήση ήταν περισσότερο από τριπλάσια σε σχέση με άλλες. Διαφορές καταγράφηκαν επίσης στην ποσότητα του σιδήρου που χορηγήθηκε ανά θεραπευτικό επεισόδιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαφοροποιείται μόνο το πόσες γυναίκες λαμβάνουν ενδοφλέβιο σίδηρο, αλλά και ο τύπος και η συνολική δόση που τους χορηγείται. Οι ερευνητές εξέτασαν αυτές τις διαφορές σε σχέση με την ηλικία, την περιοχή κατοικίας, την ασφαλιστική ή οικονομική κατάσταση και τον τύπο του συνταγογράφου.
Σημαντικό στοιχείο είναι επίσης ότι περισσότερο από το 60% των συνταγογραφήσεων το 2024 προήλθε από γενικούς γιατρούς. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η ενδοφλέβια θεραπεία δεν περιορίζεται πλέον σε εξειδικευμένες νοσοκομειακές υπηρεσίες, αλλά αποτελεί μέρος της αντιμετώπισης της έλλειψης σιδήρου και στην πρωτοβάθμια φροντίδα.
Παράλληλα, σχεδόν μία στις τέσσερις γυναίκες δεν ολοκλήρωσε την προβλεπόμενη θεραπευτική αγωγή. Η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν επιτρέπει να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τον λόγο της διακοπής, καθώς η μελέτη δεν είχε σχεδιαστεί για να εξετάσει τις αιτίες. Οι ερευνητές αναφέρουν ως πιθανούς παράγοντες το γεγονός ότι μια γυναίκα μπορεί να αισθανθεί καλύτερα μετά την αρχική χορήγηση ή το οικονομικό βάρος που μπορεί να συνεπάγεται η συνέχιση της θεραπείας.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Internal Medicine Journal.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Κόκκινο ή λευκό κρέας: Τι έδειξε μελέτη 38 ετών για τη θνησιμότητα
- Ολόκληρο μαρούλι ή σαλάτα σε σακούλα; Ποια επιλογή είναι ασφαλέστερη
- Τι δείχνουν 6.841 μετα-αναλύσεις για τις χημικές ουσίες (PFAS, BPA) που συνδέονται με τα πλαστικά
- Πανεπιστήμιο Wageningen: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τον έλεγχο για παθογόνα και επιμολύνσεις στα τρόφιμα
- Μετα το γάλα αμυγδάλου, καρύδας, σόγιας, ήρθε και το γάλα από κουκούτσια καρπουζιού
- Μαγνήσιο από θαλασσινό νερό: Νέα μέθοδος του MIT μειώνει το κόστος εξαγωγής
- Ελβετία: Νέα νομοθεσία για τις συσκευασίες αφήνει ανοιχτά ζητήματα για τις επικίνδυνες χημικές ουσίες