Μία νέα ανάκληση επιβεβαιώνει επιστημονικές μελέτες για την παρουσία επικίνδυνων μυκοτοξινών σε συγκεκριμένη γεύση παγωτού. Πρόκειται για παγωτό φιστίκι και η νέα ανάκληση έγινε από την νορβηγική εταιρεία Aspen Isproduksjon, η οποία ανακάλεσε δύο παρτίδες του προϊόντος λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων αφλατοξινών σε πάστα φιστικιού. Η ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 από τη νορβηγική αρχή ασφάλειας τροφίμων Mattilsynet. Η επιμολυσμένη πρώτη ύλη προερχόταν από προμηθευτή στην Ιταλία, όπου εργαστηριακές αναλύσεις είχαν εντοπίσει υψηλή περιεκτικότητα στη συγκεκριμένη ομάδα μυκοτοξινών.
Η ανάκληση αφορά το οικογενειακό παγωτό Aspens Pistasj (δείτε παρακάτω φωτογραφία) σε συσκευασία ενός λίτρου, με σάλτσα φιστικιού, φιστίκια και τραγανά κομμάτια φιστικιού. Οι επηρεαζόμενες παρτίδες φέρουν τους κωδικούς PS2008 και PI2209, με ημερομηνίες ελάχιστης διατηρησιμότητας 20 Αυγούστου 2027 και 22 Σεπτεμβρίου 2027 αντίστοιχα. Οι καταναλωτές κλήθηκαν να μην καταναλώσουν το προϊόν και να το απορρίψουν ή να το επιστρέψουν.
Η συγκεκριμένη ανάκληση συνδέεται θεματικά με επιστημονική μελέτη του Πανεπιστημίου της Μεσσήνης, την οποία είχε παρουσιάσει το Cibum στις 22 Ιουνίου 2026. Η έρευνα, δημοσιευμένη στο Italian Journal of Food Safety, εξέτασε την παρουσία αφλατοξινών Β και G και ωχρατοξίνης Α σε βιοτεχνικά παγωτά φιστικιού και φουντουκιού. Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στην ποιότητα των παστών ξηρών καρπών που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες.
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε συνολικά 50 δείγματα παγωτού από την επαρχία της Μεσσήνης στη Σικελία, εκ των οποίων 25 ήταν φιστικιού και 25 φουντουκιού. Στα παγωτά φιστικιού, το 84% των δειγμάτων περιείχε τουλάχιστον μία από τις εξεταζόμενες μυκοτοξίνες. Αφλατοξίνες ανιχνεύθηκαν στο 72% και ωχρατοξίνη Α που είναι και η πιο επικίνδυνη στο 60%, ενώ στο 44% καταγράφηκε ταυτόχρονη παρουσία και των δύο κατηγοριών ουσιών.
Στα παγωτά φουντουκιού, το ποσοστό των δειγμάτων με ανιχνεύσιμες μυκοτοξίνες ήταν 64%. Ειδικότερα, αφλατοξίνες βρέθηκαν στο 40% και ωχρατοξίνη Α στο 48%, ενώ το 20% περιείχε ουσίες και από τις δύο κατηγορίες. Οι συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στα τελικά προϊόντα δεν υπερέβαιναν τα εφαρμοστέα ανώτατα όρια. Η ανίχνευση μιας μυκοτοξίνης δεν συνεπάγεται αυτομάτως υπέρβαση των νομοθετικών ορίων ή ανάγκη ανάκλησης.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης την πιθανή επιβάρυνση των πρώτων υλών, χρησιμοποιώντας την παραδοχή ότι η καθαρή πάστα φιστικιού ή φουντουκιού αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της σύνθεσης ενός βιοτεχνικού παγωτού. Με βάση τον συγκεκριμένο συντελεστή αραίωσης, εκτίμησαν ότι το 36% των παστών θα μπορούσε να μην πληροί τα ευρωπαϊκά όρια για τις εξεταζόμενες μυκοτοξίνες. Η εκτίμηση προέκυψε από υπολογισμούς και όχι από απευθείας εργαστηριακή εξέταση των παστών.
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/915, καθορίζει ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα συγκεκριμένων επιμολυντών στα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των αφλατοξινών και της ωχρατοξίνης Α. Οι συγγραφείς επισημαίνουν την ανάγκη ελέγχου και αξιολόγησης των προμηθευτών, ιδιαίτερα στη βιοτεχνική παραγωγή παγωτού, όπου η εργαστηριακή επαλήθευση της ποιότητας των πρώτων υλών μπορεί να είναι λιγότερο συστηματική σε σύγκριση με τη βιομηχανική παραγωγή.
Οι αφλατοξίνες είναι φυσικές μυκοτοξίνες που παράγονται από ορισμένους μύκητες του γένους Aspergillus και μπορούν να επιμολύνουν ξηρούς καρπούς και άλλα γεωργικά προϊόντα. Η αφλατοξίνη Β1 παρουσιάζει ιδιαίτερη τοξικολογική σημασία λόγω της γονοτοξικής και καρκινογόνου δράσης της. Η έκθεση σε αφλατοξίνες συνδέεται με βλάβες στο ήπαρ και αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ήπατος, ενώ η συνήθης διατροφική έκθεση δεν προκαλεί οξεία δηλητηρίαση.
Τα παγωτά που ανακλήθηκαν