Με βάση ανασκόπηση διεθνών μελετών, οι επιστήμονες του γερμανικού Ινστιτούτου Αξιολόγησης Κινδύνων εξετάζουν τι είναι τεκμηριωμένο, τι παραμένει ασαφές και υπό ποιες προϋποθέσεις τα γλυκαντικά θεωρούνται ασφαλή για την ανθρώπινη υγεία
Τα γλυκαντικά έχουν πλέον ενσωματωθεί σε ευρύ φάσμα βιομηχανικά επεξεργασμένων τροφίμων και ποτών, γεγονός που έχει εντείνει το επιστημονικό και κοινωνικό ενδιαφέρον για τις πιθανές τους επιδράσεις στην υγεία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπεται η χρήση 21 γλυκαντικών, τα οποία πριν από την έγκρισή τους έχουν υποβληθεί σε αξιολόγηση ασφάλειας από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Η αξιολόγηση αυτή εξετάζει δεδομένα από μελέτες σε ζώα, κλινικές μελέτες στον άνθρωπο και μηχανιστικές έρευνες, προκειμένου να καθοριστεί αν μια ουσία μπορεί να καταναλώνεται χωρίς κίνδυνο. Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι ο καθορισμός της αποδεκτής ημερήσιας πρόσληψης, δηλαδή της ποσότητας που μπορεί να λαμβάνεται καθημερινά σε όλη τη διάρκεια της ζωής χωρίς να αναμένονται δυσμενείς επιπτώσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Χυμός πορτοκάλι: Σε πόσο χρόνο μετά το στύψιμο καταστρέφεται η βιταμίνη C; Πειράματα και απαντήσεις
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αφήνετε τα παιδιά σε γιαγιά και παππού; Δείτε τις επιπτώσεις σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη
Οι γλυκαντικές ουσίες χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τα γλυκαντικά έντασης (συνήθως αποκαλούνται «γλυκαντικά» ή «γλυκαντικές ύλες») και τους λεγόμενους υποκατάστατες ζάχαρης ή πολυόλες.Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ουσίες με πολύ υψηλή γλυκαντική ισχύ και ελάχιστες ή μηδενικές θερμίδες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ασπαρτάμη, η ακεσουλφάμη Κ, η σακχαρίνη, η κυκλαμική ένωση (κυκλαμικό), η σουκραλόζη, το άλας ασπαρτάμης–ακεσουλφάμης, η νεοτάμη, η ανταβαντάμη, καθώς και γλυκαντικά φυτικής προέλευσης όπως οι γλυκοζίτες στεβιόλης (στεβία), η θαουματίνη και η νεοεσπεριδίνη. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα υποκατάστατα ζάχαρης, που έχουν χαμηλότερη γλυκαντική ισχύ από τη ζάχαρη και αποδίδουν θερμίδες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η σορβιτόλη, η μαννιτόλη, η ξυλιτόλη, η μαλτιτόλη, η ισομαλτόλη, η λακτιτόλη, η ερυθριτόλη και το πολυγλυκιτολικό σιρόπι.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καφές στο χέρι: Τι κρύβεται στα βιοδιασπώμενα ποτήρια – Ποιοι και γιατί πρέπει να τα αποφεύγουν σύμφωνα με μελέτη
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα παθογόνα κάνουν ρεβεγιόν και συζητούν το μέλλον τους: Το απίθανο παραμύθι για… “μεγάλα παιδιά” του Επιστήμονα τροφίμων Φ. Γαΐτη
Σε ένα νέο άρθρο η ερευνητική και επιστημονική ομάδα του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Αξιολόγησης Κινδύνων της Γερμανίας (Bundesinstitut für Risikobewertung – BfR) οι επιστήμονες αξιολογούν τις επιπτώσεις των γλυκαντικών στην ανθρώπινη υγεία μέσα από μια πολυεπίπεδη και αυστηρά δομημένη διαδικασία, η οποία βασίζεται στη χημική φύση των ουσιών, στα διαθέσιμα πειραματικά και επιδημιολογικά δεδομένα και στην εκτίμηση της πραγματικής έκθεσης του πληθυσμού.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα γλυκαντικά δεν αποτελούν ομοιογενή κατηγορία. Διαφέρουν σημαντικά ως προς τη χημική τους δομή και τον τρόπο με τον οποίο μεταβολίζονται από τον οργανισμό. Ορισμένα δεν απορροφώνται σχεδόν καθόλου, ενώ άλλα διασπώνται σε επιμέρους συστατικά που αξιοποιούνται από το σώμα. Αυτό καθιστά απαραίτητη την ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε ουσίας και δυσχεραίνει τη γενίκευση συμπερασμάτων για το σύνολο των γλυκαντικών.
Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελεί η ερμηνεία των μελετών που εξετάζουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως η σχέση με το σωματικό βάρος, τον διαβήτη τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα ή τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Οι ειδικοί τονίζουν ότι τέτοιες παθήσεις αναπτύσσονται σε βάθος χρόνου και επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η συνολική διατροφή, η φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα και η γενετική προδιάθεση. Αυτό καθιστά δύσκολη την απομόνωση του ρόλου των γλυκαντικών ως μεμονωμένου αιτιολογικού παράγοντα. Ως προς το σωματικό βάρος, τα δεδομένα δείχνουν ότι τα γλυκαντικά μπορούν να συμβάλουν σε μείωση ή καλύτερο έλεγχο του βάρους όταν χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα της ζάχαρης σε δομημένα προγράμματα διατροφής. Δεν υπάρχουν όμως σαφείς αποδείξεις ότι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα υπό συνθήκες καθημερινής, μη ελεγχόμενης κατανάλωσης.
Για τον διαβήτη τύπου 2 και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, οι μελέτες δεν δείχνουν ξεκάθαρη προστατευτική ή επιβαρυντική επίδραση. Οι συσχετίσεις που έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες δεν θεωρούνται επαρκείς για να αποδείξουν άμεση αιτιώδη σχέση, καθώς επηρεάζονται έντονα από συνολικούς παράγοντες τρόπου ζωής. Όσον αφορά το μικροβίωμα του εντέρου και τις πιθανές μακροχρόνιες μεταβολικές επιδράσεις, τα στοιχεία παραμένουν ανεπαρκή και σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από πειραματικές ή ζωικές μελέτες, με περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγής συμπερασμάτων για τον άνθρωπο
Επίσης δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιώδης σχέση μεταξύ της κατανάλωσης γλυκαντικών και της εμφάνισης καρκίνου, συμπεριλαμβανομένης της ασπαρτάμης, παρά τη μακρόχρονη δημόσια συζήτηση. Οι επανειλημμένες αξιολογήσεις από ευρωπαϊκούς και εθνικούς οργανισμούς δεν επιβεβαιώνουν τέτοιο κίνδυνο εντός των επιτρεπόμενων ορίων πρόσληψης.
Στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης βρίσκεται και το ζήτημα της συνδυασμένης πρόσληψης γλυκαντικών, καθώς σε πολλά προϊόντα χρησιμοποιούνται περισσότερες από μία ουσίες ταυτόχρονα. Τα διαθέσιμα δεδομένα για πιθανές αλληλεπιδράσεις είναι περιορισμένα και, σύμφωνα με τις αρμόδιες επιστημονικές επιτροπές, δεν επαρκούν προς το παρόν για να ενσωματωθούν συστηματικά στις επίσημες τοξικολογικές αξιολογήσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστημονική αξιολόγηση έχει οδηγήσει και σε ειδικές συστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σουκραλόζη, για την οποία έχει διαπιστωθεί ότι σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να σχηματίσει ενώσεις με δυνητικά επιβλαβείς ιδιότητες, γεγονός που έχει οδηγήσει σε συστάσεις αποφυγής έντονης θερμικής επεξεργασίας τροφίμων που την περιέχουν, έως ότου υπάρξουν επαρκή νέα δεδομένα.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η αξιολόγηση των γλυκαντικών δεν είναι στατική διαδικασία. Καθώς προκύπτουν νέα ερευνητικά αποτελέσματα, οι ουσίες επανεξετάζονται συστηματικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέχρι σήμερα, τα εγκεκριμένα γλυκαντικά θεωρούνται ασφαλή όταν καταναλώνονται εντός των καθορισμένων ορίων, ενώ η επιστημονική έρευνα συνεχίζεται για να καλυφθούν τα κενά γνώσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τις μακροχρόνιες και συνδυαστικές επιδράσεις τους στην ανθρώπινη υγεία