Νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Cornell αποκαλύπτει ένα στέλεχος της Salmonella Infantis που αντιστέκεται σε σχεδόν όλα τα αντιβιοτικά, εξαπλώνεται διεθνώς μέσω των προϊόντων πουλερικών και διαθέτει γονίδια που του χαρίζουν αντοχή ακόμα και σε βαρέα μέταλλα
Nέα μελέτη του Πανεπιστημίου Cornell εξετάζει έναν ιδιαίτερα ανθεκτικό και ανησυχητικό τύπο του βακτηρίου Salmonella enterica serovar Infantis, γνωστό ως REPJFX01. Πρόκειται για ένα στέλεχος που έχει χαρακτηριστεί από το CDC των ΗΠΑ ως «επαναλαμβανόμενο, αναδυόμενο και επίμονο» (REP), καθώς ευθύνεται για πολυάριθμες τροφιμογενείς λοιμώξεις σε ανθρώπους, κυρίως μέσω προϊόντων πουλερικών και ταξιδιών στη Λατινική Αμερική. Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Microbial Genomics, αποκάλυψε πως το συγκεκριμένο στέλεχος φέρει ένα μεγαπλασμίδιο (pESI) με γονίδια ανθεκτικότητας που δεν υπάρχουν σε συγγενικά στελέχη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ψάρια σε ελληνικά σούπερ μάρκετ: Το 1 στα 3 από 108 δείγματα RTE βρέθηκε μολυσμένο – Αποκαλυπτική μελέτη ΑΠΘ και ΕΦΕΤ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δεν θέλεις να το μάθεις αλλά πρέπει… Ερευνητές αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο του μελιού και τα “κρυφά” του δηλητήρια
Οι επιστήμονες συνέκριναν γονιδιώματα αμερικανικών στελεχών με αντίστοιχα από τη Νότια Αμερική και από άλλα μη-REP στελέχη. Εντόπισαν 135 γονίδια που σχετίζονται σημαντικά με το REPJFX01, εκ των οποίων τα 50 βρίσκονται στο πλασμίδιο pESI. Τα γονίδια αυτά αφορούν μηχανισμούς ανασυνδυασμού, μεταγραφής, ανθεκτικότητας σε αρσενικό και αντιμικροβιακών ουσιών. Η απόκτηση αυτών των κινητών γενετικών στοιχείων φαίνεται να έδωσε στο βακτήριο εξελικτικό πλεονέκτημα, επιτρέποντάς του να εξαπλωθεί και να επιμένει διεθνώς.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Βρέθηκε παρακεταμόλη σε αγγούρια, για πρώτη φορά στα χρονικά της ΕΕ – Μυστήριο περιστατικό ασφάλειας τροφίμων
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Έφαγες κιμά; Δες τι πρέπει να προσέξεις μετά τα νέα πρόστιμα της Περιφέρειας σε τρία κρεοπωλεία
Η ανάλυση έδειξε ότι τα στελέχη των ΗΠΑ και της Νότιας Αμερικής είναι εξαιρετικά συγγενικά, υποδεικνύοντας κοινή καταγωγή. Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι το REPJFX01 προήλθε από τη Νότια Αμερική στα τέλη του 20ού αιώνα και διαδόθηκε στις ΗΠΑ μέσω των αλυσίδων τροφίμων και των ταξιδιών. Η παρουσία του ίδιου πλασμιδίου σε στελέχη από διαφορετικές ηπείρους δείχνει ότι η διασπορά του έχει ξεπεράσει τα γεωγραφικά όρια, καθιστώντας το πρόβλημα διεθνούς σημασίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κίνδυνος στα ελληνικά ράφια: Γιατί ο ΕΦΕΤ ανακαλεί συνέχεια μπισκότα, κουλουράκια, κέικ και αρτοσκευάσματα από την αγορά;
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελληνικό ψωμί: Μελέτη σε 473 φρατζόλες διαπιστώνει παταγώδη αποτυχία των φούρνων να βελτιώσουν την ποιότητά του
Στα αμερικανικά δείγματα, σχεδόν όλα τα βακτήρια προέρχονταν από κοτόπουλα ή προϊόντα κοτόπουλου. Το 73% των κλινικών δειγμάτων περιείχε γονίδια ανθεκτικότητας που καθιστούν αναποτελεσματικές τις συνήθεις θεραπείες. Παράλληλα, αρκετά στελέχη έφεραν το γονίδιο blaCTX-M-65, το οποίο προσφέρει ανθεκτικότητα σε εκτεταμένου φάσματος β-λακτάμες. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους στα προϊόντα πουλερικών και για διεθνή παρακολούθηση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το ελληνικό φρούτο με τα περισσότερα φυτοφάρμακα – Στη δημοσιότητα ο νέος αποκαλυπτικός έλεγχος του ΥΠΑΑΤ
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι τα περισσότερα από τα γονίδια που χαρακτηρίζουν το REPJFX01 συγκεντρώνονται σε τρεις περιοχές του πλασμιδίου pESI. Εκεί εντοπίζονται συστάδες γονιδίων που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά, στην τοξικότητα του αρσενικού και με μηχανισμούς μεταφοράς γενετικού υλικού. Οι ερευνητές υποστηρίζουν πως αυτό το «μοσαϊκό» γενετικών στοιχείων καθιστά το πλασμίδιο εξαιρετικά ευέλικτο και ικανό να εξελίσσεται.
Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης τη σύνδεση ανάμεσα σε γονίδια ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά και σε βαρέα μέταλλα. Η ανεύρεση γονιδίων για ανθεκτικότητα στο αρσενικό υποδηλώνει ότι η έκθεση του βακτηρίου σε τέτοιες ουσίες, όπως εκείνες που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στη βιομηχανία πουλερικών ή σε φυτοφάρμακα, μπορεί να ενίσχυσε ταυτόχρονα και την ανθεκτικότητά του στα φάρμακα. Αυτή η «συνεπιλογή» θεωρείται βασικός μηχανισμός με τον οποίο τα μικρόβια αποκτούν πολλαπλές αντοχές.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα στελέχη REPJFX01 μπορούν να επιβιώνουν στο περιβάλλον, καθώς δείγματα από τη Νότια Αμερική εντοπίστηκαν σε νερό και χώμα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τη δυνατότητα του βακτηρίου να διαφεύγει από τα αγροτικά συστήματα και να διασπείρεται μέσω απορροών και υδάτινων οδών, διευκολύνοντας τη μεταφορά γονιδίων ανθεκτικότητας σε άλλα παθογόνα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το REPJFX01 έχει πλέον εξελιχθεί σε διεθνώς διαδεδομένο στέλεχος και απαιτείται συντονισμένη δράση σε επίπεδο δημόσιας υγείας. Η περιορισμένη χρήση αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία και η ενίσχυση των ελέγχων σε εισαγόμενα προϊόντα αποτελούν καίρια μέτρα. Η παρακολούθηση της εξέλιξης του pESI πλασμιδίου θεωρείται κρίσιμη, καθώς η περαιτέρω τροποποίησή του θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα, ακόμη πιο ανθεκτικά στελέχη.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι η εξέλιξη των βακτηρίων δεν είναι μόνο αποτέλεσμα τυχαίων μεταλλάξεων, αλλά και της πίεσης που ασκεί η ανθρώπινη δραστηριότητα. Η χρήση αντιβιοτικών, η ρύπανση με βαρέα μέταλλα και οι διεθνείς εμπορικές ροές συνθέτουν ένα οικοσύστημα που επιτρέπει σε παθογόνα όπως το Salmonella Infantis REPJFX01 να επιβιώνουν και να εξαπλώνονται. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι απαραίτητη για τον περιορισμό των τροφιμογενών επιδημιών του μέλλοντος.
Στην Ελλάδα, η σαλμονέλλωση παρουσίασε αξιοσημείωτη αύξηση το 2023, σύμφωνα με την ετήσια επιδημιολογική έκθεση του ECDC. Συνολικά καταγράφηκαν 936 επιβεβαιωμένα περιστατικά, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τα έτη της πανδημίας, γεγονός που τοποθετεί τη χώρα στις ευρωπαϊκές περιοχές με στατιστικά σημαντική αυξητική τάση, μαζί με τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στην εξάπλωση του στελέχους Salmonella Enteritidis, που σχετίζεται με αυγά και προϊόντα πουλερικών. Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά νοσηλείας στην Ευρώπη (80,1%), ένδειξη ότι τα περιστατικά που δηλώνονται είναι κατά κανόνα σοβαρά. Το ECDC επισημαίνει ότι η πραγματική έκταση των λοιμώξεων είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη, καθώς για κάθε επιβεβαιωμένο κρούσμα αντιστοιχούν δεκάδες μη δηλωμένα, κυρίως λόγω ήπιων συμπτωμάτων ή έλλειψης εργαστηριακής επιβεβαίωσης. Η αύξηση των περιστατικών αποτελεί σαφή προειδοποίηση για την ανάγκη ενίσχυσης των ελέγχων και της ενημέρωσης τόσο στους επαγγελματίες τροφίμων όσο και στους καταναλωτές, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος τροφιμογενών λοιμώξεων.