Μια σύντομη ιστορία του ποπ κορν που άλλοτε θεωρήθηκε μια φτηνή και ενοχλητική συνήθεια και άλλοτε αποτέλεσε έναν από τους οικονομικούς σωτήρες μιας ολόκληρης βιομηχανίας.
H επίσκεψη στον κινηματογράφο δεν αφορά μόνο την παρακολούθηση μιας ταινίας. Είναι μια ολοκληρωμένη αισθητηριακή εμπειρία, στην οποία η μεγάλη οθόνη, ο ήχος, η ατμόσφαιρα της αίθουσας και φυσικά τα σνακ παίζουν σημαντικό ρόλο. Το τεράστιο κουτί ποπ κορν, τα γλυκά και οι ιδιαίτερες κινηματογραφικές λιχουδιές έχουν εξελιχθεί σε αναπόσπαστο μέρος της κινηματογραφικής κουλτούρας. Ωστόσο, η σχέση του ποπ κορν με το σινεμά δεν ήταν πάντα αυτονόητη. Στην ιστορία του κινηματογράφου το δημοφιλές σνακ άλλοτε θεωρήθηκε μια φτηνή και ενοχλητική συνήθεια και άλλοτε αποτέλεσε έναν από τους οικονομικούς σωτήρες μιας ολόκληρης βιομηχανίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τροφικές δηλητηριάσεις στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ – Διαψεύδουν οι Τουρκικές Αρχές
Το ποπ κορν είναι ένα από τα αρχαιότερα σνακ που εξακολουθούν να καταναλώνονται σήμερα. Αρχαιολογικά ευρήματα στο Περού δείχνουν ότι οι άνθρωποι έτρωγαν ποπ κορν ήδη πριν από περίπου 6.700 χρόνια. Στις αρχές του 17ου αιώνα ο Ιησουίτης ιεραπόστολος Μπερναμπέ Κόμπο περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι του Περού ζέσταιναν τους κόκκους καλαμποκιού μέχρι να ανοίξουν και τους κατανάλωναν ως γλυκό σνακ με την ονομασία «Pisancalla».
Παρόμοιες πρακτικές καταγράφηκαν και στη Βόρεια Αμερική. Γάλλοι εξερευνητές στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, το 1612, παρατήρησαν τους Ιροκέζους να θερμαίνουν κόκκους καλαμποκιού μέσα σε πήλινα δοχεία γεμάτα με καυτή άμμο, ώστε να σκάσουν. Οι Ευρωπαίοι άποικοι υιοθέτησαν αυτή τη μέθοδο και με τον χρόνο αναπτύχθηκαν πιο εξελιγμένες τεχνικές παρασκευής, όπως μεταλλικά καλάθια πάνω από φωτιά και ειδικοί κύλινδροι που περιστρέφονταν με χειροκίνητο μηχανισμό.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1885 ο Τσαρλς Κρέιτορς από το Σικάγο δημιούργησε μια νέα αυτόματη μηχανή παραγωγής ποπ κορν με ατμό, η οποία μαγείρευε τους κόκκους σε συνδυασμό με φυτικό λάδι και ζωικό λίπος. Η εφεύρεσή του παρουσιάστηκε στην Παγκόσμια Έκθεση του Σικάγο το 1893 και μέχρι το 1900 οι μηχανές είχαν εξελιχθεί σε ηλεκτρικές, μεταφέροντας την παραγωγή ποπ κορν από τους πλανόδιους πωλητές σε καταστήματα και οργανωμένες επιχειρήσεις.
Όταν ο κινηματογράφος άρχισε να αναπτύσσεται ως λαϊκή μορφή ψυχαγωγίας στα τέλη του 19ου αιώνα, το ποπ κορν και οι ξηροί καρποί ακολούθησαν το κοινό στις αίθουσες. Οι πρώτοι χώροι προβολής, γνωστοί ως nickelodeons, πρόσφεραν φθηνή ψυχαγωγία σε ένα ευρύ κοινό και συχνά βρίσκονταν κοντά σε λαϊκές αγορές και χώρους διασκέδασης. Όμως, κατά τη δεκαετία του 1920, οι ιδιοκτήτες των κινηματογράφων προσπάθησαν να μετατρέψουν τις αίθουσες σε πολυτελείς «κινηματογραφικά παλάτια», με χαλιά, εντυπωσιακή διακόσμηση και ατμόσφαιρα που θύμιζε θέατρο υψηλού επιπέδου.
Σε αυτό το περιβάλλον το ποπ κορν θεωρήθηκε ανεπιθύμητο. Οι ήχοι από το μάσημα και το τρίξιμο των σακουλών ενοχλούσαν ιδιαίτερα στις βωβές ταινίες, ενώ η μυρωδιά και η εικόνα των πωλητών σνακ δεν ταίριαζαν με την προσπάθεια των αιθουσών να αποκτήσουν πιο εκλεπτυσμένο χαρακτήρα. Η άφιξη όμως των ομιλουσών ταινιών άλλαξε τα δεδομένα. Το 1927 η ταινία «The Jazz Singer» άνοιξε τον δρόμο για την εποχή του ήχου στον κινηματογράφο. Καθώς οι ταινίες απέκτησαν μουσική, διαλόγους και ηχητικά εφέ, ο θόρυβος του ποπ κορν δεν αποτελούσε πλέον το ίδιο πρόβλημα. Παράλληλα, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 έκανε το φθηνό αυτό σνακ ιδιαίτερα ελκυστικό. Ενώ πολλές μορφές ψυχαγωγίας έγιναν απρόσιτες, ένα εισιτήριο κινηματογράφου παρέμενε σχετικά οικονομικό και μια σακούλα ποπ κορν των πέντε σεντς μπορούσε να προσφέρει μια μικρή πολυτέλεια.
Οι ιδιοκτήτες των κινηματογράφων σύντομα κατάλαβαν και την οικονομική αξία του προϊόντος. Αρχικά νοίκιαζαν χώρους σε εξωτερικούς πωλητές, αλλά όταν διαπίστωσαν ότι το περιθώριο κέρδους από το ποπ κορν ξεπερνούσε το 70%, άρχισαν να το εντάσσουν στις δικές τους επιχειρήσεις. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η έλλειψη ζάχαρης λόγω της πολεμικής οικονομίας περιόρισε την παραγωγή πολλών γλυκών. Το ποπ κορν αποτέλεσε φθηνή εναλλακτική λύση και η κατανάλωσή του αυξήθηκε σημαντικά.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, το ποπ κορν απέκτησε διαφορετικές εκδοχές σε όλο τον κόσμο. Σε πολλές χώρες κυριαρχεί η διάκριση ανάμεσα στις γλυκές και τις αλμυρές γεύσεις, ενώ συχνά ενσωματώνονται τοπικά χαρακτηριστικά. Στην Ινδία είναι δημοφιλή τα πικάντικα μείγματα μπαχαρικών, στην Ιαπωνία μπορούν να προστεθούν φύκια με έντονη γεύση umami, ενώ στην Κίνα το καραμελωμένο ποπ κορν έχει ιδιαίτερη απήχηση.
Ωστόσο, το ποπ κορν δεν είναι το μόνο σνακ που έχει συνδεθεί με τη μαγεία της κινηματογραφικής αίθουσας. Το παγωτό αποτελεί έναν από τους πιο σταθερούς συνοδούς του. Στην Αυστραλία, ήδη από τη δεκαετία του 1930, οργανώνονταν ειδικές «παγωτο-προβολές», όπου κάθε παιδί που παρακολουθούσε την ταινία λάμβανε ένα δωρεάν παγωτό. Παράλληλα, τα λεγόμενα «Eskimo pies», δηλαδή κομμάτια παγωτού καλυμμένα με σοκολάτα, προσφέρονταν από τις ταξιθέτριες που περνούσαν ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων στα διαλείμματα.
Οι χωνάκια παγωτού με σκληρή επικάλυψη σοκολάτας εμφανίστηκαν στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1940, αλλά έφτασαν στις κινηματογραφικές αίθουσες μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το γνωστό «choc top» εξελίχθηκε σε χαρακτηριστικό κινηματογραφικό προϊόν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, χωρίς να αποκτήσει αντίστοιχη διεθνή αναγνωρισιμότητα.
Σε ορισμένες χώρες, πάντως, τα κινηματογραφικά σνακ ξεφεύγουν από τις συνηθισμένες επιλογές. Στην Ολλανδία η αλμυρή γλυκόριζα αποτελεί μια ιδιαίτερη γεύση που διχάζει, ενώ στην περιοχή Σανταντέρ της Κολομβίας οι ψημένες μυρμήγκες-βασίλισσες, γνωστές ως «hormigas culonas», θεωρούνται εκλεκτός μεζές. Τα έντομα αυτά, αφού αφαιρεθούν τα πόδια και τα φτερά τους, ψήνονται και καταναλώνονται ως τραγανή, πλούσια σε πρωτεΐνες τροφή.
Από το αρχαίο Περού μέχρι τις σύγχρονες κινηματογραφικές αίθουσες, το ποπ κορν έχει διανύσει μια εντυπωσιακή διαδρομή. Δεν είναι απλώς ένα φαγώσιμο προϊόν, αλλά μέρος μιας ολόκληρης τελετουργίας. Η μυρωδιά του βουτύρου, ο ήχος του τραγανού κόκκου που σπάει και η γεύση ενός παγωτού στο σκοτάδι μιας αίθουσας δημιουργούν μια εμπειρία που δύσκολα μεταφέρεται στο σπίτι. Όπως και η ίδια η κινηματογραφική προβολή, έτσι και τα σνακ έχουν γίνει κομμάτι της ανάμνησης του σινεμά.
Πηγή: theconversation.com
Επιμέλεια: Πέπη Οικονομάκη
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Τσουχτερό πρόστιμο σε παγκόσμιο κολοσσό γαλακτοκομικών: Πωλούσε ως «φρέσκο» γάλα με συστατικά σε σκόνη
- Πυρετός και διάρροια από μολυσμένα αυγά που πωλήθηκαν σε σούπερ μάρκετ – Γιατί δεν έγινε ανάκληση
- Αλυσίδα ζαχαροπλαστείων κορόιδευε τους καταναλωτές – Πουλούσε γλυκά «με φιστίκι» που στην πραγματικότητα περιείχαν ηλιόσπορο
- Γεωργία Καρβούνη – Ecolab: «Η επένδυση στους ανθρώπους, στην τεχνολογία και στη βιωσιμότητα δημιουργεί αξία»
- Ανακαλείται δημοφιλές προϊόν μεγάλης ελληνικής εταιρείας λόγω κινδύνου σαλμονέλωσης
- Κρέμες προσώπου: Έξι ομαδικές αγωγές κατά δύο δημοφιλών προϊόντων της L’Oréal – Ισχυρισμοί για σχηματισμό καρκινογόνου ουσίας