Μια από τις πιο χαρακτηριστικές βακτηριακές ασθένειες της ελιάς, η καρκίνωση ή φυματίωση της ελιάς, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στις καλλιεργητικές εργασίες, καθώς το βακτήριο που την προκαλεί εκμεταλλεύεται κυρίως τις πληγές που δημιουργούνται στο δέντρο. Η ασθένεια οφείλεται στο Pseudomonas savastanoi pv. savastanoi και εμφανίζεται με χαρακτηριστικούς όγκους ή «καρκινώματα» στα κλαδιά, στον κορμό και σε άλλα ξυλώδη τμήματα της ελιάς. Η βροχή και το μολυσμένο κλαδευτικό εργαλείο μπορούν στη συνέχεια να μεταφέρουν το βακτήριο σε άλλα σημεία του ίδιου ή γειτονικών δέντρων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εμφιαλωμένο νερό: Τι αποκαλύπτουν τα νιτρικά στην ετικέτα για την ποιότητα της πηγής
Οι χαρακτηριστικοί όγκοι αρχικά είναι μικροί, μαλακοί και πρασινωποί, στη συνέχεια όμως μεγαλώνουν, σκληραίνουν, σκουραίνουν και αποκτούν την τραχιά εμφάνιση που κάνει την ασθένεια σχετικά εύκολο να αναγνωριστεί. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην εμφάνιση αυτών των διογκώσεων, καθώς οι μολυσμένοι ιστοί παραμορφώνονται και μπορεί να περιοριστεί η μεταφορά χυμών στο κλαδί. Σε σοβαρές προσβολές προκαλείται εξασθένηση και ξήρανση κλαδιών, ενώ μπορεί να μειωθούν η ζωηρότητα του δέντρου και η παραγωγή καρπών.
Οι πληγές είναι η βασική πύλη εισόδου
Η ιδιαιτερότητα της ασθένειας είναι ότι το βακτήριο δεν μπορεί εύκολα να εισέλθει από άθικτους φυτικούς ιστούς και αξιοποιεί κυρίως τα φρέσκα τραύματα. Αυτά μπορεί να δημιουργηθούν κατά το κλάδεμα και τη συγκομιδή, αλλά και μετά από χαλάζι, παγετό ή ισχυρούς ανέμους. Ακόμη και τα σημεία από τα οποία έχουν πέσει τα φύλλα μπορούν να αποτελέσουν πύλες εισόδου για ένα διάστημα.
Αυτό κάνει ιδιαίτερα σημαντικό τον χρόνο που μεσολαβεί ανάμεσα στον τραυματισμό του δέντρου και στην προστατευτική επέμβαση. Σύμφωνα με τη νέα οδηγία του Wikifarmer, έρευνα πεδίου στην Καλιφόρνια έδειξε ότι οι εφαρμογές χαλκού μέσα στις πρώτες 24 ώρες από τον τραυματισμό μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα μόλυνσης. Ο χαλκός δεν θεραπεύει τους ήδη σχηματισμένους όγκους, αλλά λειτουργεί προστατευτικά περιορίζοντας τους πληθυσμούς του βακτηρίου στην επιφάνεια του δέντρου και προστατεύοντας τις νέες πληγές.
Η διαχείριση επομένως συνδέεται άμεσα με τις εργασίες που γίνονται στον ελαιώνα. Μετά τη συγκομιδή, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται μηχανικά μέσα που δημιουργούν πολλούς μικρούς τραυματισμούς, η προστασία των δέντρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται μετά το κλάδεμα, ενώ σε περίπτωση χαλαζόπτωσης ή παγετού συνιστάται προστατευτική επέμβαση το συντομότερο δυνατό. Για τον παγετό, η σύσταση είναι να προηγείται η προστασία και να ακολουθεί το κλάδεμα, αφού έχει γίνει εμφανές ποιο τμήμα του δέντρου έχει πραγματικά καταστραφεί.
Το κλάδεμα μπορεί να περιορίσει ή να μεταδώσει την ασθένεια
Η υγιεινή των εργαλείων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αντιμετώπισης. Όταν ψαλίδια και πριόνια έρχονται σε επαφή με μολυσμένους όγκους και στη συνέχεια χρησιμοποιούνται σε υγιή δέντρα, μπορούν να μεταφέρουν το βακτήριο και να δημιουργήσουν νέες εστίες. Για τον λόγο αυτό οι οδηγίες διαχείρισης συνιστούν το κλάδεμα να πραγματοποιείται σε ξηρό καιρό, να ξεκινά από τα υγιή δέντρα και τα εργαλεία να απολυμαίνονται συχνά, ιδανικά μεταξύ διαφορετικών δέντρων. Τα κλαδιά με εκτεταμένες προσβολές πρέπει να απομακρύνονται αρκετά κάτω από την περιοχή του όγκου, μέσα σε υγιές ξύλο, και τα κομμένα τμήματα να απομακρύνονται από τον ελαιώνα. Η νέα οδηγία επισημαίνει επίσης ότι το κλάδεμα αφαίρεσης προσβεβλημένων τμημάτων είναι προτιμότερο να γίνεται κατά την ξηρή περίοδο, όταν οι συνθήκες περιορίζουν τον κίνδυνο νέων μολύνσεων. Η αποφυγή του κλαδέματος με βροχή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή το νερό μπορεί να μεταφέρει βακτήρια από τους υπάρχοντες όγκους στις φρέσκες τομές.
Η αντιμετώπιση δεν περιορίζεται σε μία μόνο εφαρμογή. Σε ελαιώνες με ιστορικό καρκίνωσης, οι τακτικές εφαρμογές χαλκού μπορούν να μειώσουν τους πληθυσμούς του βακτηρίου και τον αριθμό των όγκων, ενώ η αποτελεσματικότητα μιας συστηματικής στρατηγικής γίνεται πιο εμφανής σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει το πολλαπλασιαστικό υλικό, καθώς ένα μολυσμένο δενδρύλλιο μπορεί να εισαγάγει την ασθένεια σε έναν μέχρι τότε καθαρό ελαιώνα.
Η καρκίνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις ελαιοπαραγωγικές περιοχές με αυξημένες βροχοπτώσεις, καθώς το νερό αποτελεί βασικό μέσο διασποράς του βακτηρίου. Στην Ελλάδα, το Pseudomonas savastanoi pv. savastanoi περιλαμβάνεται στις ασθένειες της ελιάς που παρακολουθούνται στο πλαίσιο ευρωπαϊκών δράσεων φυτοϋγειονομικής επιτήρησης. Η σωστή διάγνωση και η έγκαιρη εφαρμογή μέτρων έχουν επομένως μεγαλύτερη σημασία από την προσπάθεια αντιμετώπισης μιας ήδη εγκατεστημένης προσβολής. Οι παραγωγοί θα πρέπει πάντως να χρησιμοποιούν μόνο φυτοπροστατευτικά προϊόντα που είναι εγκεκριμένα για την ελιά στην Ελλάδα και να ακολουθούν τις οδηγίες της ετικέτας και τις τοπικές γεωπονικές συστάσεις, καθώς το κατάλληλο πρόγραμμα προστασίας διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή, την ποικιλία και το ιστορικό του ελαιώνα.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Sushi και sashimi: Συναγερμός για παράσιτο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες σε ήπαρ και χοληφόρους
- Εισαγγελέας μηνύει τη L’Oréal για ισιωτικά μαλλιών που συνδέονται με καρκίνο της μήτρας και των ωοθηκών – Ολόκληρη η αγωγή
- Παρθένο μαγειρικό λάδι με καρκινογόνο χημικό επιμολυντή πωλήθηκε σε 243 σουπερμάρκετ και σημεία πώλησης