Τα τελευταία χρόνια, η ραγδαία αύξηση της περιβαλλοντικής συνειδητοποίησης έχει μετατρέψει τις οικολογικές ευαισθησίες των καταναλωτών σε έναν από τους ισχυρότερους διαμορφωτές της σύγχρονης αγοράς. Στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν σε αυτή τη στροφή —αλλά και να προστατεύσουν τα κέρδη τους— μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι επιστρατεύουν επιθετικές στρατηγικές μάρκετινγκ, επενδύοντας σε «πράσινους» ισχυρισμούς, πιστοποιήσεις και συνθήματα βιωσιμότητας. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή τακτική και τις πραγματικές παραγωγικές πρακτικές αποδεικνύεται συχνά χαοτική. Πίσω από τις καλοδουλεμένες καμπάνιες που υπόσχονται υπεύθυνη κατανάλωση, κρύβεται όχι σπάνια η προσπάθεια κατευνασμού των ανησυχιών του κοινού, εγκλωβίζοντας τους καταναλωτές σε μια ψευδαίσθηση ηθικής επιλογής και μετατρέποντας την οικολογική ευαισθησία σε ένα ακόμη εργαλείο κερδοφορίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εμφιαλωμένο νερό: Καταγγελίες καταναλωτών ότι το περιεχόμενο στα μπουκάλια γνωστής μάρκας μυρίζει θειάφι – Η απάντηση της εταιρείας
Σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης προσέφυγε ομάδα καταναλωτών κατά της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Hannaford και της μητρικής της εταιρείας Ahold Delhaize USA, κατηγορώντας τες για παραπλανητικές πρακτικές μάρκετινγκ σχετικά με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα του σολομού που διαθέτουν στην αγορά. Η αλυσίδα Hannaford κατηγορείται ότι τοποθετεί στα καταστήματά της περίοπτες σημάνσεις που περιγράφουν τα θαλασσινά της ως προϊόντα που συλλέγονται «με γνώμονα τη βιωσιμότητα» και τα προωθεί με συνθήματα όπως «Φρέσκα. Βιώσιμα. Τοπικά.» και «Κάθε ψάρι έχει μια ιστορία. Στη δική μας μπορείτε να βασιστείτε», ενώ γνωρίζει πως ο πωλούμενος σολομός εκτροφής προέρχεται από βιομηχανικές μονάδες των οποίων η παραγωγή προκαλεί σοβαρές ζημιές στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μηνυτήριας αναφοράς, οι προμηθευτές της αλυσίδας παράγουν ρύπανση από θρεπτικά συστατικά που δημιουργεί νεκρές ζώνες χωρίς οξυγόνο στους ωκεανούς, ενώ χρησιμοποιούν χημικές ουσίες, φάρμακα και φυτοφάρμακα που διοχετεύονται στο νερό γύρω από τους θαλάσσιους κλωβούς. Παράλληλα, η κακή διαχείριση των ιχθυοκλωβών οδηγεί σε περιστατικά μαζικής θνησιμότητας ψαριών, πρακτικές τις οποίες κανένας λογικός καταναλωτής δεν θα θεωρούσε βιώσιμες.
Κύριος προμηθευτής της Hannaford είναι η Cooke Aquaculture, η μοναδική εταιρεία ιχθυοκαλλιέργειας σολομού στον Κόλπο του Μέιν, τα προϊόντα της οποίας πωλούνται με την ένδειξη «Κόλπος του Μέιν» ή «τοπικά» σε ολόκληρη τη Νέα Αγγλία και τη Νέα Υόρκη. Η συγκεκριμένη εταιρεία κατηγορείται για ρύπανση των κόλπων με χημικά, αζωτούχο ρύπανση, απορρίμματα και απόβλητα ψαριών, απειλώντας τις τοπικές αλιευτικές κοινότητες. Παράλληλα, η Hannaford εισάγει ατλαντικό σολομό και από τη Χιλή, όπου οι βιομηχανικές μονάδες αντιμετωπίζουν παρόμοια περιβαλλοντικά προβλήματα.
Η Amy van Saun, διευθύνουσα δικηγόρος του Center for Food Safety και συνήγορος της ομάδας, δήλωσε ότι η βιομηχανοποίηση της εκτροφής ψαριών σε ανοιχτούς κλωβούς χωρίς μέριμνα για την υγεία των ζώων και των οικοσυστημάτων καθιστά το προϊόν μη βιώσιμο. Υπογράμμισε επίσης ότι το κοινό βασίζεται στις ακριβείς σημάνσεις για να γνωρίζει τον τρόπο παραγωγής των τροφίμων και ότι η ψευδής χρήση του όρου «βιώσιμο» κλονίζει την εμπιστοσύνη και παραβιάζει τον νόμο.
Από την πλευρά της FarmSTAND, η ανώτερη δικηγόρος Kelsey Eberly σημείωσε ότι η εταιρεία αθέτησε τη ρητή υπόσχεσή της προς τους καταναλωτές, προσφέροντας προϊόντα ενός επιβλαβούς βιομηχανικού συστήματος. Πρόσθεσε ότι όταν οι λιανοπωλητές παρουσιάζουν τα προϊόντα των πολυεθνικών ως εξίσου βιώσιμα με τα αλιεύματα των ανεξάρτητων ντόπιων αλιέων, ενισχύουν τον έλεγχο των μεγάλων εταιρειών στην αγορά.
Η Executive Director του Protect Maine’s Fishing Heritage Foundation, Crystal Canney, τόνισε ότι οι κάτοικοι του Μέιν αξίζουν να γνωρίζουν πώς παράγεται το φαγητό τους και εξέφρασε την ελπίδα ότι η αγωγή θα ωθήσει τη Hannaford να επανεξετάσει τους ισχυρισμούς της και να επικοινωνεί με ακρίβεια τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των πρακτικών της Cooke.
Η νομική ενέργεια έχει τη μορφή συλλογικής αγωγής για όλους τους καταναλωτές στη Νέα Υόρκη που αγόρασαν προϊόντα σολομού εκτροφής από τη Hannaford εντός της σχετικής προθεσμίας παραγραφής. Βασίζεται στους νόμους της Νέας Υόρκης για την προστασία των καταναλωτών, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι οι αγοραστές εμφανίζονται διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερη τιμή για θαλασσινά που θεωρούν υπεύθυνα και βιώσιμα παράγωγα, με έρευνες να δείχνουν ότι το 88% των καταναλωτών είναι διατεθειμένο να καταβάλει επιπλέον χρηματικό ποσό για τέτοια προϊόντα. Η μητρική εταιρεία Ahold Delhaize USA αποτελεί τον μεγαλύτερο όμιλο λιανικής πώλησης τροφίμων στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, ενώ στην ιδιοκτησία της ανήκουν επίσης οι αλυσίδες Food Lion, Giant Food και Stop & Shop.
Την νομική εκπροσώπηση του ενάγοντος έχουν αναλάβει η οργάνωση προάσπισης δίκαιων συστημάτων τροφίμων FarmSTAND, το Center for Food Safety, καθώς και τα νομικά γραφεία Reese LLP και Jennings & Earley PLLC.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- «Τους περιόριζαν ακόμη και στη τουαλέτα»: Σοβαρές καταγγελίες για κακοποίηση και διακρίσεις κατά εταιρείας διανομής έτοιμων γευμάτων
- Λιπαρά γεύματα: Πώς μια εβδομάδα ανθυγιεινής διατροφής αρκεί για να «μπλοκάρει» τη μνήμη – Νέα έρευνα
- Ιταλία: Εξαφανίστηκαν γαλακτοκομικά, κατεψυγμένα, αλεύρι και ζυμαρικά από τα ράφια – Παρέλυσε η εφοδιαστική αλυσίδα
- Σε τι διαφέρουν πράσινες, κίτρινες και κόκκινες πιπεριές;
- Το λάθος στην κουζίνα που δημιούργησε το πιο διάσημο και λαχταριστό επιδόρπιο στην ιστορία
- Το έξυπνο κόλπο για να ξεπαγώνει ο κιμάς στον μισό χρόνο
- Πόσο κρατάει το κρέας στην κατάψυξη του σπιτιού μας;