Μια νέα μέθοδος με φως χαμηλής ισχύος θα μπορούσε να περιορίσει το καμπυλοβακτηρίδιο (Campylobacter) στο ωμό κοτόπουλο, ακόμη και όταν πρόκειται για στελέχη ανθεκτικά σε αντιβιοτικά, προσφέροντας μια πιθανή εναλλακτική στις χημικές παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των πουλερικών. Το Campylobacter αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες βακτηριακών τροφιμογενών λοιμώξεων παγκοσμίως και τα πουλερικά θεωρούνται βασική πηγή έκθεσης. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της αυξανόμενης αντοχής στα αντιμικροβιακά, καθώς η παρουσία ανθεκτικών στελεχών στην τροφική αλυσίδα περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων.
Ερευνητές από το University of Reading, σε συνεργασία με την Animal and Plant Health Agency του Ηνωμένου Βασιλείου, εξέτασαν μια τεχνολογία που ονομάζεται φωτοδυναμική αδρανοποίηση με ιώδες-μπλε φως, γνωστή ως VB-PDI. Η μέθοδος χρησιμοποιεί ορατό φως μήκους κύματος 405 νανομέτρων, το οποίο ενεργοποιεί μόρια που υπάρχουν φυσικά στο εσωτερικό των βακτηριακών κυττάρων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl: Μπαράζ ανακλήσεων τροφίμων τις τελευταίες ημέρες – Βρέθηκε Salmonella, Listeria και E. coli (φωτογραφίες)
Πώς δρα το φως πάνω στο βακτήριο
Όταν τα συγκεκριμένα μόρια ενεργοποιούνται από το φως, προκαλούν την παραγωγή υψηλών επιπέδων δραστικών μορφών οξυγόνου. Οι ενώσεις αυτές προκαλούν σοβαρές βλάβες στο βακτηριακό κύτταρο και τελικά οδηγούν στον θάνατό του. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι δεν απαιτεί άμεση επαφή με το τρόφιμο ούτε την προσθήκη χημικών ουσιών. Στη νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Microbiology, οι ερευνητές εξέτασαν 64 στελέχη Campylobacter που είχαν προέλθει από προγράμματα επιτήρησης των πουλερικών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα στελέχη αντιπροσώπευαν τρία διαφορετικά είδη του βακτηρίου και παρουσίαζαν διαφορετικά προφίλ αντοχής στα αντιβιοτικά. Το αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Όλα τα στελέχη ήταν ευαίσθητα στην επεξεργασία με το ιώδες-μπλε φως, σε παρόμοιο βαθμό, ανεξάρτητα από το είδος τους ή από το αν παρουσίαζαν αντοχή στα αντιβιοτικά. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα της μεθόδου δεν φάνηκε να περιορίζεται από την αντιμικροβιακή αντοχή του Campylobacter.
Δεν εντοπίστηκε εύκολα αντοχή στο φως
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης ένα κρίσιμο ερώτημα για κάθε νέα αντιμικροβιακή τεχνολογία, δηλαδή αν η επαναλαμβανόμενη έκθεση μπορεί να οδηγήσει τα βακτήρια στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Σε πειράματα όπου τα βακτήρια εκτέθηκαν επανειλημμένα στη μέθοδο, 15 διαδοχικές εκθέσεις δεν οδήγησαν σε ανιχνεύσιμη αύξηση της ανοχής στο φως. Παράλληλα, οι ερευνητές δεν εντόπισαν κάποιο ιδιαίτερα ανθεκτικό στέλεχος στην ευρεία συλλογή που εξετάστηκε. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης αντοχής στη συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να είναι περιορισμένος. Η πρακτική εφαρμογή θα μπορούσε να αφορά εγκαταστάσεις επεξεργασίας πουλερικών, όπου το φως θα μπορούσε να χρησιμοποιείται μετά τη σφαγή και πριν τα προϊόντα φτάσουν στο λιανεμπόριο. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η τεχνολογία βασίζεται σε LED χαμηλής ισχύος, με σχετικά χαμηλό λειτουργικό κόστος, γεγονός που θα μπορούσε να διευκολύνει την ενσωμάτωσή της σε διαφορετικά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας.
Ωστόσο, η μέθοδος δεν είναι ακόμη έτοιμη για ευρεία εμπορική εφαρμογή. Τα μέχρι τώρα πειράματα έδειξαν ότι το φως μπορεί να εξουδετερώνει αποτελεσματικά τα στελέχη του Campylobacter σε εργαστηριακές συνθήκες, όμως απαιτούνται δοκιμές σε πραγματικά μολυσμένα σφάγια και σε συνθήκες λειτουργίας μονάδων επεξεργασίας πουλερικών. Εκεί θα πρέπει να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας σε πραγματικές επιφάνειες και υπό τις μεταβλητές συνθήκες της παραγωγής.
Η σημασία μιας τέτοιας παρέμβασης συνδέεται και με τον τρόπο μετάδοσης του Campylobacter. Το καλό μαγείρεμα καταστρέφει το βακτήριο, όμως το ωμό κοτόπουλο μπορεί να προκαλέσει διασταυρούμενη επιμόλυνση σε χέρια, πάγκους, σκεύη ή άλλα τρόφιμα πριν από το μαγείρεμα. Μια αποτελεσματική μείωση του μικροβιακού φορτίου ήδη από το στάδιο της επεξεργασίας θα μπορούσε επομένως να περιορίσει έναν από τους βασικούς κρίκους της αλυσίδας που οδηγεί στην ανθρώπινη έκθεση.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Microbiology.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ