Ο διαβήτης τύπου 2 αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια ως μία ενιαία νόσος, με την αντίσταση στην ινσουλίνη και το αυξημένο σωματικό βάρος να βρίσκονται συνήθως στο επίκεντρο. Νέα δεδομένα δείχνουν όμως ότι αυτή η εικόνα δεν αφορά όλους τους ανθρώπους που λαμβάνουν την ίδια διάγνωση. Σε ασθενείς με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος, ο διαβήτης μπορεί να εμφανίζεται κυρίως επειδή το πάγκρεας δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη, ενώ στους ασθενείς με υψηλότερο βάρος κυριαρχεί η αντίσταση στην ινσουλίνη. Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική, καθώς μπορεί να επηρεάζει τόσο τις επιπλοκές της νόσου όσο και την επιλογή της θεραπείας. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Amsterdam UMC και του University of Ghana και βασίστηκε σε δεδομένα περισσότερων από 3.300 ενηλίκων με διαβήτη τύπου 2 από την Γκάνα, τη Νιγηρία, την Κένυα και την Ευρώπη. Οι ερευνητές εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο το σωματικό βάρος σχετίζεται με τα χαρακτηριστικά της νόσου και διαπίστωσαν ότι οι διαφορές είναι αρκετά μεγάλες ώστε να δημιουργούν την εικόνα δύο διαφορετικών βιολογικών διαδρομών προς τον ίδιο τύπο διαβήτη.
Δεν είναι πάντα η αντίσταση στην ινσουλίνη
Στους ανθρώπους με αυξημένο σωματικό βάρος, ο οργανισμός συχνά εξακολουθεί να παράγει ινσουλίνη, όμως οι ιστοί δεν ανταποκρίνονται επαρκώς σε αυτήν. Το πάγκρεας αναγκάζεται έτσι να αυξήσει την παραγωγή της προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδα γλυκόζης υπό έλεγχο. Όταν αυτή η αντιστάθμιση δεν επαρκεί, εμφανίζεται υπεργλυκαιμία και σταδιακά εγκαθίσταται ο διαβήτης τύπου 2. Στους πιο αδύνατους ασθενείς η εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική. Το βασικό πρόβλημα φαίνεται να είναι η μειωμένη ικανότητα του παγκρέατος να παράγει αρκετή ινσουλίνη. Αυτό σημαίνει ότι ένας ασθενής μπορεί να αναπτύξει διαβήτη τύπου 2 χωρίς να έχει την έντονη αντίσταση στην ινσουλίνη που συνδέεται συνήθως με την ασθένεια και την παχυσαρκία.
Στους αδύνατους ασθενείς που εξετάστηκαν στη μελέτη ήταν συχνότερο το ιστορικό υποσιτισμού ή χαμηλού βάρους γέννησης, παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του παγκρέατος και τη μελλοντική ικανότητά του να παράγει ινσουλίνη. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που διαφέρει ουσιαστικά από εκείνον στον οποίο το αυξημένο σωματικό λίπος οδηγεί κυρίως σε αντίσταση στην ινσουλίνη. Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό θεραπευτικό ερώτημα. Αν ο μηχανισμός της νόσου είναι διαφορετικός, είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν πρέπει να είναι διαφορετική και η θεραπεία. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο κατηγορίες ασθενών αντιμετωπίζονται σήμερα σε μεγάλο βαθμό με τις ίδιες θεραπευτικές προσεγγίσεις, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Η μετφορμίνη και οι σουλφονυλουρίες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται ευρέως στον διαβήτη τύπου 2, με σημαντικό μέρος της δράσης τους να αφορά τη διαχείριση της αντίστασης στην ινσουλίνη.
Η ίδια διάγνωση, διαφορετικές επιπλοκές
Η βιολογική διαφορά αντανακλάται και στην πορεία της νόσου. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι αδύνατοι ασθενείς παρουσίαζαν συχνότερα διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ όσοι είχαν υψηλότερο σωματικό βάρος εμφάνιζαν συχνότερα υψηλή αρτηριακή πίεση και αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Η χρόνια νεφρική νόσος, αντίθετα, εμφανιζόταν με παρόμοια συχνότητα στις δύο ομάδες. Οι διαφορές αυτές έχουν σημασία επειδή δείχνουν ότι το σωματικό βάρος μπορεί να αποτελεί κάτι περισσότερο από έναν απλό δείκτη κινδύνου. Η ποσότητα του σωματικού λίπους εξηγούσε σημαντικό μέρος των διαφορών που καταγράφηκαν, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι ο διαβήτης τύπου 2 αποτελεί στην πραγματικότητα ένα σύνολο διαφορετικών μεταβολικών καταστάσεων που μπορεί να καταλήγουν στην ίδια διάγνωση.
Στην Αφρική, όπου η παχυσαρκία δεν εξηγεί μεγάλο μέρος των περιστατικών διαβήτη, σχεδόν 4 στους 10 ανθρώπους με διαβήτη τύπου 2 έχουν φυσιολογικό ή χαμηλό βάρος. Σε ορισμένες αγροτικές περιοχές της Γκάνας το ποσοστό φτάνει περίπου το 60%. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι στην αφρικανική ήπειρο ζουν με διαβήτη τύπου 2 χωρίς να έχουν το προφίλ του υπέρβαρου ασθενούς που χρησιμοποιείται συχνά ως πρότυπο. Δεδομένα από τη UK Biobank έχουν δείξει ότι άτομα αφρικανικής καταγωγής με BMI 26 μπορεί να έχουν παρόμοιο κίνδυνο διαβήτη με Ευρωπαίους με BMI 30. Παράλληλα, μελέτες σε αφρικανούς μετανάστες στην Ευρώπη έχουν καταγράψει συχνότερη εμφάνιση διαβήτη τύπου 2, νωρίτερη ηλικία διάγνωσης και χειρότερο έλεγχο της γλυκόζης. Αυτό σημαίνει ότι η πιθανή αναντιστοιχία ανάμεσα στον μηχανισμό της νόσου και στη θεραπεία δεν αφορά αποκλειστικά χώρες με χαμηλότερο εισόδημα.
Οι ερευνητές ζητούν πλέον στοχευμένες κλινικές δοκιμές που θα συγκρίνουν διαφορετικές θεραπείες ανάλογα με τον βιολογικό τύπο του διαβήτη, ιδιαίτερα στους αδύνατους ασθενείς. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ακόμη ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα είναι ακατάλληλα για αυτή την ομάδα, αλλά δείχνει ότι η αντιμετώπιση μιας τόσο ετερογενούς νόσου αποκλειστικά με βάση τη διάγνωση «διαβήτης τύπου 2» μπορεί να μην αρκεί.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Diabetologia.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Συνελήφθη γνωστός TikToker για υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών μέσω γλυκών
- Η συχνή χρήση αυτού του φαρμάκου μπορεί να συνδέεται με αναιμία και οστεοπόρωση
- Frozen yogurt ή παγωτό; Ποιο επηρεάζει λιγότερο το σάκχαρο
- Φιστίκι: Γιατί οι εταιρείες τροφίμων το βάζουν πλέον παντού
- Το «θαυματουργό» έλαιο που μείωσε την αρτηριακή πίεση μέσα σε μόλις 20 ημέρες