Στον βυθό της Βόρειας Θάλασσας βρίσκονται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα πολεμικά πλοία και ναυάγια που εξακολουθούν να κρύβουν μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών. Η διάβρωση από το θαλασσινό νερό προκαλεί σταδιακά φθορά στα μεταλλικά περιβλήματα των πυρομαχικών, με αποτέλεσμα χημικές ουσίες να περνούν στο νερό και στα ιζήματα. Νέα επιτόπια μελέτη δείχνει τώρα ότι η ρύπανση αυτή δεν αποτελεί απλώς θεωρητικό κίνδυνο: οργανισμοί που ζουν πάνω ή κοντά στα ναυάγια εμφανίζουν ενδείξεις βιολογικής καταπόνησης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πώς θα καταλάβετε αν έχετε μολυνθεί από τον ιό του Δυτικού Νείλου – Αιχμές για κενά στην πρόληψη από τον ΙΣΑ
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Marine Pollution Bulletin, βασίστηκε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον «φυσικό εργαστήριο»: κοινά μπλε μύδια τοποθετήθηκαν σε κλωβούς απευθείας πάνω σε τρία ναυάγια πολεμικών πλοίων της περιόδου του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και παρέμειναν εκεί για τουλάχιστον 11 εβδομάδες. Οι ερευνητές επέλεξαν τα μύδια επειδή είναι οργανισμοί που τρέφονται φιλτράροντας συνεχώς το νερό. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να συσσωρεύουν ουσίες από το περιβάλλον τους και να λειτουργούν ως «βιολογικοί δείκτες» της ρύπανσης.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά στα δύο από τα τρία ναυάγια, όπου εντοπίστηκαν εκρηκτικές ουσίες. Τα μύδια παρουσίασαν ενδείξεις κυτταρικής βλάβης, μεταβολικές διαταραχές και εξάντληση των ενεργειακών τους αποθεμάτων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νεκρός άνδρας από φαγητό εταιρείας έτοιμων γευμάτων για απώλεια βάρους – Διαπιστώθηκε εκτεταμένη μόλυνση στις εγκαταστάσεις
Εκρηκτικά ηλικίας δεκαετιών εξακολουθούν να βρίσκονται στον βυθό
Το πρόβλημα αφορά μια τεράστια κληρονομιά των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Σύμφωνα με τη μελέτη, εκτιμάται ότι περίπου 1,6 εκατομμύρια τόνοι συμβατικών πυρομαχικών εξακολουθούν να βρίσκονται στα γερμανικά ύδατα της Βόρειας και της Βαλτικής Θάλασσας. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 680 στρατιωτικά ναυάγια στα ύδατα του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Δανίας και της Νορβηγίας.
Η παρουσία των πυρομαχικών δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Η επαφή ανθρώπων με παλιά πυρομαχικά έχει προκαλέσει θανάτους και τραυματισμούς. Για την περίοδο από το 1945 έως το 2014 αναφέρονται τουλάχιστον 418 θάνατοι και 680 τραυματισμοί στην περιοχή από επαφή με πολεμικά πυρομαχικά. Καθώς περνούν οι δεκαετίες, το θαλασσινό νερό διαβρώνει τα μεταλλικά περιβλήματα των πλοίων και των πυρομαχικών. Έτσι, εκρηκτικές ενώσεις μπορούν σταδιακά να έρθουν σε επαφή με το θαλασσινό νερό και να διαχυθούν στο περιβάλλον.
Τα τρία ναυάγια που μελέτησαν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές μελέτησαν τρία ναυάγια με γνωστό ή πιθανολογούμενο πολεμικό φορτίο. Το πρώτο ήταν το SMS MAINZ, ένα γερμανικό καταδρομικό που βυθίστηκε τον Αύγουστο του 1914, κατά τη μάχη του Heligoland Bight. Βρίσκεται σε βάθος περίπου 30 μέτρων στα γερμανικά ύδατα και εκτιμάται ότι στο ναυάγιο παραμένουν 1.500 έως 3.400 κιλά εκρηκτικών.
Το δεύτερο ήταν το γερμανικό υποβρύχιο UC-30, το οποίο βυθίστηκε τον Απρίλιο του 1917 αφού προσέκρουσε σε βρετανική νάρκη στα ανοιχτά της Γιουτλάνδης. Βρίσκεται σε βάθος περίπου 24 μέτρων στα ανοικτά των δανικών ακτών και εκτιμάται ότι συνδέεται με 3.120 έως 4.812 κιλά εκρηκτικών. Οι νάρκες που βρίσκονται στο ναυάγιο έχουν διαβρωθεί και τα εκρηκτικά τους βρίσκονται σε άμεση επαφή με το θαλασσινό νερό.
Το τρίτο ήταν το KW58 HENDERICUS, ένα ολλανδικό αλιευτικό που κατασχέθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τη μεταφορά πυρομαχικών και βυθίστηκε τον Νοέμβριο του 1944. Το ναυάγιο βρίσκεται στα βελγικά ύδατα, σε μέγιστο βάθος περίπου 29 μέτρων, και πάνω του είναι ορατές νάρκες και όλμοι.
Τα μύδια αποκάλυψαν την επίδραση της ρύπανσης
Περίπου 50 μύδια τοποθετήθηκαν σε κάθε ναυάγιο. Παράλληλα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ειδικούς παθητικούς δειγματολήπτες για να μετρήσουν τη διαλυμένη TNT στο νερό. Στο UC-30 ανιχνεύθηκαν TNT και δύο βασικά προϊόντα διάσπασής του, με τη συγκέντρωση του TNT να φτάνει έως και τα 72,6 νανογραμμάρια ανά λίτρο. Αντίθετα, στο SMS MAINZ δεν ανιχνεύθηκαν οι συγκεκριμένες εκρηκτικές ουσίες.
Στο KW58, υψηλότερες συγκεντρώσεις TNT στα ιζήματα εντοπίστηκαν κοντά στις ορατές αντιαρματικές νάρκες σε σχέση με άλλα σημεία του ναυαγίου. TNT ή προϊόντα διάσπασής του ανιχνεύθηκαν επίσης μέσα στους ίδιους τους οργανισμούς, στα μύδια που είχαν τοποθετηθεί στα UC-30 και KW58.
Η διαφορά ανάμεσα στα ναυάγια αποτυπώθηκε και στη βιολογική κατάσταση των μυδιών. Εκεί όπου υπήρχε ανιχνεύσιμη ρύπανση από εκρηκτικά, τα μύδια παρουσίασαν πολύ μεγαλύτερη συσσώρευση μιας χρωστικής που συνδέεται με τη γήρανση και την κυτταρική βλάβη. Στο UC-30 η συγκεκριμένη ένδειξη ήταν σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με τα μύδια του SMS MAINZ. Παράλληλα, παρατηρήθηκε συσσώρευση λίπους στους ιστούς, εύρημα που υποδηλώνει διαταραχή του μεταβολισμού, ενώ μειώθηκαν και τα ενεργειακά αποθέματα των ζώων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αποθηκευμένη ενέργεια είναι απαραίτητη για βασικές λειτουργίες, όπως η ανάπτυξη και η αναπαραγωγή.
Όσο λιγότερη δραστηριότητα των ενζύμων, τόσο μεγαλύτερη η καταπόνηση
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης δύο ένζυμα που συμμετέχουν στους μηχανισμούς άμυνας των κυττάρων απέναντι σε τοξικές ουσίες, όπως το TNT. Τα μύδια από το SMS MAINZ παρουσίασαν τη μεγαλύτερη ενζυμική δραστηριότητα, ενώ τα μύδια από το KW58 τη μικρότερη. Το εύρημα μπορεί αρχικά να φαίνεται παράδοξο, όμως οι ερευνητές εξηγούν ότι η απόκριση των ενζύμων σε ρύπους μπορεί να ακολουθεί ένα μοτίβο «αύξησης και στη συνέχεια κατάρρευσης».
Σε χαμηλά ή μέτρια επίπεδα ρύπανσης, οι μηχανισμοί αποτοξίνωσης των κυττάρων μπορεί να ενεργοποιούνται περισσότερο ώστε να αντιμετωπίσουν τις τοξικές ουσίες. Όταν όμως η έκθεση είναι εντονότερη ή παρατείνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, το σύστημα αυτό μπορεί να εξαντληθεί και η ενζυμική δραστηριότητα να μειωθεί. Το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ενζυμικής δραστηριότητας στα μύδια του KW58 θεωρείται συμβατό με αυτή την πιο σοβαρή κατάσταση καταπόνησης.
Ακόμη και πολύ μικρές ποσότητες φαίνεται να έχουν σημασία
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της μελέτης είναι ότι οι βιολογικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις TNT, χαμηλότερες από εκείνες που χρησιμοποιούνται συνήθως σε πολλές εργαστηριακές δοκιμές τοξικότητας.
Αυτό σημαίνει ότι ένα θαλάσσιο περιβάλλον δεν χρειάζεται να εμφανίζει εμφανή σημάδια ρύπανσης για να επηρεάζονται οι οργανισμοί που ζουν σε αυτό. Η χρόνια έκθεση σε μικρές ποσότητες ρύπων μπορεί να έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν η πηγή τους παραμένει ενεργή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η διάβρωση των ναυαγίων δεν πρόκειται να σταματήσει από μόνη της. Καθώς τα μεταλλικά περιβλήματα συνεχίζουν να καταστρέφονται, περισσότερα πυρομαχικά μπορεί να έρχονται σε επαφή με το θαλασσινό νερό, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η απελευθέρωση εκρηκτικών ενώσεων.
Τι δεν μπορεί να αποδείξει η μελέτη
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν πάντως ότι τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή. Και τα τρία ναυάγια αποτελούν πιθανές πηγές περισσότερων από έναν ρύπων. Εκτός από τα πυρομαχικά, μπορεί να υπάρχουν καύσιμα, λιπαντικά και κατάλοιπα από αντιδιαβρωτικές επιστρώσεις που περιέχουν μέταλλα όπως μόλυβδο και χαλκό.
Η συμβολή όλων αυτών των ρύπων δεν κατέστη δυνατό να ποσοτικοποιηθεί πλήρως. Ως εκ τούτου, οι ερευνητές θεωρούν ότι τα πυρομαχικά αποτελούν την κυρίαρχη πηγή ρύπανσης στα UC-30 και KW58, χωρίς όμως να μπορούν να αποκλείσουν απολύτως τη συμβολή άλλων ουσιών.
Υπήρχαν επίσης πρακτικοί περιορισμοί στην έρευνα. Ένα προγραμματισμένο σημείο αναφοράς στο φυσικό καταφύγιο Borkum Riffgrund δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί, επειδή ο εξοπλισμός που περιείχε τα μύδια δεν ανακτήθηκε. Στο SMS MAINZ, οι δύσκολες καιρικές συνθήκες δεν επέτρεψαν τη χρήση ζυγού και έτσι δεν υπολογίστηκε ένας δείκτης φυσικής κατάστασης των μυδιών. Επιπλέον, οι δύτες δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ποσοτική καταγραφή των πυρομαχικών που παραμένουν στα ναυάγια, καθώς μεγάλο μέρος τους είναι καλυμμένο από ίζημα.
Παρά τους περιορισμούς αυτούς, η μελέτη προσφέρει κάτι που έλειπε από προηγούμενες έρευνες: άμεσες ενδείξεις από ζωντανούς οργανισμούς που εκτέθηκαν για εβδομάδες ακριβώς πάνω στα ναυάγια.
Το μήνυμα των ερευνητών είναι ότι τα πολεμικά ναυάγια δεν αποτελούν μόνο ιστορικά απομεινάρια στον βυθό. Όσο τα πλοία και τα πυρομαχικά τους διαβρώνονται, μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως πηγές ρύπανσης για το θαλάσσιο οικοσύστημα. Και, όπως δείχνουν τα μύδια της νέας μελέτης, η επίδραση αυτή μπορεί να είναι βιολογικά ανιχνεύσιμη ακόμη και όταν οι συγκεντρώσεις των εκρηκτικών στο νερό είναι εξαιρετικά χαμηλές.
Η μελέτη των Romina Marietta Schuster και των συνεργατών της δημοσιεύθηκε στο Marine Pollution Bulletin, στον τόμο 229 του 2026, με άρθρο αριθμό 119738 και τίτλο «Environmental risks from world war shipwrecks: Field-based biomarker evidence from caged mussels in the North Sea». Η έρευνα δημοσιεύθηκε online στις 17 Απριλίου 2026 και χρηματοδοτήθηκε μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του European Regional Development Fund στο πλαίσιο του προγράμματος North Sea Interreg 2014–2020.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Νοθευμένο μέλι σε μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ – Τι αποκάλυψε ο κρατικός έλεγχος
- Ευρωπαϊκός συναγερμός για καρέκλα γραφείου μάρκας που πωλείται και στην Ελλάδα, λόγω σοβαρού κινδύνου πτώσης και τραυματισμού (φωτογραφία)
- Καφές: Ποιων φαρμάκων τη δράση επηρεάζει και τι πρέπει να προσέχουμε
- Κελυφωτά φιστίκια: Γιατί μια από τις κύριες χώρες παραγωγούς πουλά το προϊόν της σε κουτιά με συναγερμούς ασφαλείας; (Φωτο και βίντεο)
- Ενεργειακά ποτά: Ζάχαρη, καφεΐνη, λιγότερος ύπνος και αύξηση βάρους – Ελληνική μελέτη αποκαλύπτει τον φαύλο κύκλο που «εξαντλεί» τους εφήβους
- Έληξε το φυστικοβούτυρο – Το τρώμε ή το πετάμε;
- Γιατί λαχταράμε αλμυρές τροφές όταν είμαστε στη θάλασσα;
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.