Μεγάλη μελέτη σε 54.000 ανθρώπους αποκαλύπτει ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσα νιτρικά καταναλώνετε αλλά από πού προέρχονται
Τα νιτρικά και νιτρώδη άλατα είναι από τις πιο παρεξηγημένες χημικές ουσίες στη διατροφολογία. Βρίσκονται φυσικά σε λαχανικά, χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά σε επεξεργασμένα κρέατα και εισέρχονται στο πόσιμο νερό μέσω λιπασμάτων και αγροτικής δραστηριότητας. Νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο Edith Cowan της Αυστραλίας και το Δανικό Ινστιτούτο Έρευνας Καρκίνου, που παρακολούθησε περισσότερους από 54.000 Δανούς ενήλικες για έως 27 χρόνια, κατέληξε σε ένα εύρημα που ανατρέπει την απλοποιημένη αντίληψη για τα νιτρικά. Οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν περισσότερα νιτρικά από λαχανικά, ποσότητα αντίστοιχη με ένα φλιτζάνι μωρόσπανακ ημερησίως, εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας. Αντίθετα, υψηλότερη πρόσληψη από κόκκινο κρέας, επεξεργασμένα κρέατα και πόσιμο νερό συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Οι επιστήμονες αποφάσισαν: Αυτό είναι το πιο θρεπτικό λαχανικό στον κόσμο
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το συγκλονιστικό βίντεο με τρωκτικά και περιττώματα αναμεμειγμένα με το φαγητό των ζώων σε μονάδα παραγωγής προϊόντων ΠΟΠ
Ο μηχανισμός πίσω από αυτή την αντίθεση είναι η συνοδευτική σύνθεση. Στα λαχανικά, τα νιτρικά συνοδεύονται από βιταμίνες και αντιοξειδωτικά που ευνοούν τη μετατροπή τους σε μονοξείδιο του αζώτου, μια ευεργετική ένωση για τα αγγεία. Στα κρέατα, η παρουσία αίμινης-σιδήρου ευνοεί τη δημιουργία Ν-νιτροζαμινών, ουσιών που είναι καρκινογόνες και πιθανώς βλαβερές για τον εγκέφαλο. Το νερό δεν περιέχει τα αντιοξειδωτικά των λαχανικών, οπότε ακολουθεί την ίδια επιβλαβή κατεύθυνση με τα κρέατα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | PFAS στο πόσιμο νερό: Η αόρατη πρόκληση για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον – Τι δείχνουν οι μετρήσεις στην Ελλάδα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μη παστεριωμένο γάλα: Από τη γαστρεντερίτιδα στην παράλυση – Οι σοβαροί κίνδυνοι που αγνοούν καταναλωτές και η εικόνα στη χώρα μας
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα αφορά ακριβώς αυτό το θέμα. Συμμετέχοντες που εκτέθηκαν σε νιτρικά στο πόσιμο νερό εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά άνοιας ακόμα και σε συγκεντρώσεις κάτω από το ισχύον ευρωπαϊκό ρυθμιστικό όριο των 50 mg/L. Αυξημένος κίνδυνος παρατηρήθηκε από συγκεντρώσεις τόσο χαμηλές όσο 5 mg ανά λίτρο, δηλαδή το ένα δέκατο του ισχύοντος ορίου. Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι πρέπει να σταματήσει κανείς να πίνει νερό, καθώς η ατομική αύξηση κινδύνου είναι μικρή και το νερό παραμένει πολύ υγιεινότερο από ζαχαρούχα ποτά. Ζητούν όμως από τις ρυθμιστικές αρχές να επανεξετάσουν τα ισχύοντα όρια υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων. Η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση, αλλά το μέγεθος του δείγματος και η διάρκεια παρακολούθησης 27 ετών την καθιστούν από τις ισχυρότερες ενδείξεις που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα.