Το τέλος μιας ιστορικής περιόδου στη Βρετανία έδωσε στους ερευνητές μια σπάνια ευκαιρία να εξετάσουν ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να μελετηθεί με συμβατικό τρόπο. Μπορεί η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη και τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής να συνδέεται με την ψυχική υγεία περισσότερες από πέντε δεκαετίες αργότερα; Η νέα μελέτη αξιοποίησε το γεγονός ότι η ζάχαρη παρέμενε με δελτίο στη μεταπολεμική Βρετανία και συνέκρινε ανθρώπους που γεννήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ανάλογα με το πόσο διάστημα είχαν εκτεθεί στους περιορισμούς.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη UK Biobank, εστιάζοντας σε ανθρώπους που είχαν γεννηθεί μεταξύ Οκτωβρίου 1951 και Μαρτίου 1956. Μετά τις απαραίτητες εξαιρέσεις, η ανάλυση περιλάμβανε 46.448 συμμετέχοντες. Η έκθεση στη ζάχαρη κατηγοριοποιήθηκε ανάλογα με τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι συμμετέχοντες είχαν ζήσει υπό καθεστώς δελτίου, από την έκθεση μόνο κατά την εμβρυϊκή ζωή έως την έκθεση καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μέχρι την ηλικία των δύο ετών. Ως βασική ομάδα σύγκρισης χρησιμοποιήθηκαν άνθρωποι που είχαν συλληφθεί μετά το τέλος των περιορισμών στα τρόφιμα.
Λιγότερο άγχος και κατάθλιψη
Κατά την παρακολούθηση των συμμετεχόντων, 2.776 άνθρωποι είχαν διαγνωστεί με αγχώδη διαταραχή και 3.147 με κατάθλιψη. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν τις διαφορετικές ομάδες έκθεσης, διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν εκτεθεί στους περιορισμούς της ζάχαρης για τις τρεις μεγαλύτερες χρονικές περιόδους εμφάνιζαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης σε σχέση με όσους είχαν γεννηθεί μετά το τέλος των περιορισμών. Αντίθετα, οι μικρότερες περίοδοι έκθεσης δεν παρουσίασαν αντίστοιχη στατιστικά σημαντική διαφορά. Η εικόνα ήταν πιο σύνθετη όταν οι ερευνητές εξέτασαν τη διατροφή των συμμετεχόντων ως ενήλικες. Η μέση κατανάλωση ελεύθερων σακχάρων κυμαινόταν περίπου στα 58 έως 59 γραμμάρια την ημέρα, ενώ η συνολική πρόσληψη ζάχαρης ήταν περίπου 122 έως 124 γραμμάρια και δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Η προτίμηση για γλυκές γεύσεις ήταν επίσης σε γενικές γραμμές παρόμοια. Η ομάδα που είχε εκτεθεί σε περιορισμό της ζάχαρης από την εγκυμοσύνη έως και τα δύο πρώτα χρόνια είχε μέση βαθμολογία προτίμησης για γλυκά 5,82 σε κλίμακα εννέα βαθμών, έναντι 6,04 στην ομάδα αναφοράς, διαφορά που ήταν η μόνη στατιστικά σημαντική ως προς τη συνολική προτίμηση για γλυκές γεύσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι η σχέση με το άγχος παρέμεινε όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη και την πρόσληψη ζάχαρης στην ενήλικη ζωή. Η σχέση με την κατάθλιψη, όμως, εξασθένησε και έπαψε να είναι στατιστικά σημαντική μετά την προσαρμογή για τη μεταγενέστερη κατανάλωση ζάχαρης. Το αποτέλεσμα αυτό δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνει ένας άνθρωπος σήμερα είναι ο παράγοντας που εξηγεί τις διαφορές στην ψυχική υγεία, αλλά δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στη διατροφή των πρώτων χρόνων και στα μεταγενέστερα αποτελέσματα είναι πιθανό να είναι πιο σύνθετη.
Τι δείχνουν οι αλλαγές στον εγκέφαλο
Οι ερευνητές ανέλυσαν επίσης δεδομένα μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου από 5.990 συμμετέχοντες, αναζητώντας διαφορές στον όγκο της φαιάς ουσίας μεταξύ των ομάδων. Παράλληλα, χρησιμοποίησαν μοντέλα που εξέτασαν πιθανές σχέσεις ανάμεσα στην έκθεση στη ζάχαρη, την προτίμηση για γλυκές γεύσεις, την κατανάλωση ζάχαρης, τη φλεγμονή, την ψυχική υγεία και τα χαρακτηριστικά του εγκεφάλου. Οι ομάδες που είχαν διαφορετική διάρκεια έκθεσης στους περιορισμούς παρουσίασαν διαφορές σε ορισμένα χαρακτηριστικά της φαιάς ουσίας. Ωστόσο, οι αναλύσεις δεν έδειξαν ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές στον εγκέφαλο ή η φλεγμονή εξηγούν τη σχέση που παρατηρήθηκε με το άγχος και την κατάθλιψη. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν πως ο περιορισμός της ζάχαρης κατά την εγκυμοσύνη ή την παιδική ηλικία προκαλεί καλύτερη ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και οι άνθρωποι που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο των περιορισμών μπορεί να διέφεραν μεταξύ τους με πολλούς άλλους τρόπους. Κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, περιβάλλον, πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και άλλες διαφορές μεταξύ των γενεών δεν μπορούν να αποκλειστούν ως πιθανές εξηγήσεις.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Translational Psychiatry.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Συνελήφθη γνωστός TikToker για υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών μέσω γλυκών
- Η συχνή χρήση αυτού του φαρμάκου μπορεί να συνδέεται με αναιμία και οστεοπόρωση
- Frozen yogurt ή παγωτό; Ποιο επηρεάζει λιγότερο το σάκχαρο
- Φιστίκι: Γιατί οι εταιρείες τροφίμων το βάζουν πλέον παντού
- Το «θαυματουργό» έλαιο που μείωσε την αρτηριακή πίεση μέσα σε μόλις 20 ημέρες