Μια νέα μελέτη που διαπίστωσε ότι το 84% των οικιακών ποντικών έφεραν τουλάχιστον μία γενετική αλλαγή που τα βοηθούν να είναι άτρωτα στα ποντικοφάρμακα
Η εκτεταμένη χρήση αντιπηκτικών ποντικοφάρμακων για τον έλεγχο των τρωκτικών ενδέχεται να γίνεται ολοένα και λιγότερο αποτελεσματική απέναντι στους οικιακούς ποντικούς, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Pest Management Science. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Rutgers και το Πανεπιστήμιο Drexel διαπίστωσαν ότι η μεγάλη πλειονότητα των ποντικών που εξετάστηκαν στις πολιτείες της Νέας Υόρκης, του Νιου Τζέρσεϊ και της Πενσιλβάνιας έφερε γενετικές μεταλλάξεις που σχετίζονται με μειωμένη ευαισθησία στα αντιπηκτικά τρωκτικοκτόνα.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Ιούλιο του 2021 έως τον Ιούλιο του 2025. Οι επιστήμονες συνεργάστηκαν με εταιρείες απεντόμωσης και μυοκτονίας, οι οποίες, στο πλαίσιο των συνήθων εργασιών τους, συνέλεγαν δείγματα από νεκρά τρωκτικά. Από κάθε ζώο λαμβανόταν μικρό δείγμα ιστού από την ουρά ή το αυτί και αποστελλόταν στα εργαστήρια για γενετική ανάλυση.
Μετά τον αποκλεισμό δειγμάτων που ήταν ακατάλληλα ή είχαν λανθασμένη ταξινόμηση, η τελική ανάλυση περιέλαβε 147 οικιακούς ποντικούς και 143 νορβηγικούς αρουραίους (Rattus norvegicus), οι οποίοι είχαν συλλεχθεί κυρίως από τη Νέα Υόρκη, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων δήμων της πόλης, τη Φιλαδέλφεια και άλλες αστικές περιοχές των τριών πολιτειών. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στο γονίδιο Vkorc1, το οποίο είναι γνωστό ότι παίζει καθοριστικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα των αντιπηκτικών ποντικοφάρμακων. Τα συγκεκριμένα σκευάσματα δρουν εμποδίζοντας την ανακύκλωση της βιταμίνης Κ, απαραίτητης για την πήξη του αίματος, προκαλώντας τελικά θανατηφόρες εσωτερικές αιμορραγίες στα τρωκτικά. Ωστόσο, ορισμένες μεταλλάξεις στο γονίδιο αυτό τροποποιούν τη δομή της αντίστοιχης πρωτεΐνης, μειώνοντας την ικανότητα των αντιπηκτικών ουσιών να την αναστέλλουν.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 84% των οικιακών ποντικών έφερε τουλάχιστον μία μετάλλαξη στο γονίδιο Vkorc1. Επιπλέον, τουλάχιστον το 69% των ζώων διέθετε μεταλλάξεις που προηγούμενες εργαστηριακές και πειραματικές μελέτες έχουν ήδη επιβεβαιώσει ότι συνδέονται με ανθεκτικότητα στα αντιπηκτικά τρωκτικοκτόνα. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι τα ευρέως χρησιμοποιούμενα αντιπηκτικά ενδέχεται να εμφανίζουν μειωμένη αποτελεσματικότητα σε σημαντικό ποσοστό των πληθυσμών οικιακών ποντικών στις περιοχές που εξετάστηκαν, χωρίς όμως η συγκεκριμένη μελέτη να αποδεικνύει άμεσα αποτυχία των δολωμάτων σε πραγματικές συνθήκες, καθώς αυτό θα απαιτούσε πρόσθετες επιτόπιες δοκιμές.
Συνολικά εντοπίστηκαν πέντε διαφορετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο Vkorc1 των ποντικών. Δύο από αυτές, οι A32V και Y139F, καταγράφηκαν για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο υποείδος οικιακού ποντικού και εμφανίστηκαν σε πολύ χαμηλή συχνότητα. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η ανίχνευση μιας νέας μετάλλαξης δεν σημαίνει αυτόματα πως αυτή προσδίδει ανθεκτικότητα, καθώς απαιτούνται εξειδικευμένες εργαστηριακές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί ο λειτουργικός της ρόλος.
Οι δύο συχνότερες μεταλλάξεις που έχουν ήδη αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην επιβίωση των ποντικών μετά από έκθεση σε αντιπηκτικά ποντικοφάρμακα βρέθηκαν στο 42% και στο 33% των δειγμάτων αντίστοιχα. Παράλληλα, περίπου το 20% των ποντικών έφερε ταυτόχρονα δύο μεταλλάξεις ανθεκτικότητας, γεγονός που δημιουργεί νέα ερευνητικά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο ο συνδυασμός τους ενισχύει ακόμη περισσότερο την αντίσταση στα συγκεκριμένα σκευάσματα.
Η εικόνα ήταν αισθητά διαφορετική στους νορβηγικούς αρουραίους. Μόλις το 35% των δειγμάτων εμφάνισε κάποια μετάλλαξη στο ίδιο γονίδιο, χωρίς όμως καμία από αυτές να έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί ότι προκαλεί ανθεκτικότητα στα αντιπηκτικά. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης μια νέα γενετική παραλλαγή, με την ονομασία L128V, η οποία δεν είχε καταγραφεί προηγουμένως και της οποίας η πιθανή συμβολή στην ανθεκτικότητα παραμένει άγνωστη.
Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η διαφορετική συμπεριφορά των δύο ειδών ίσως εξηγεί εν μέρει τα ευρήματα. Οι οικιακοί ποντικοί είναι γενικά πιο περίεργοι και προσεγγίζουν ευκολότερα νέα αντικείμενα στο περιβάλλον τους, όπως οι σταθμοί δόλωσης. Αντίθετα, οι νορβηγικοί αρουραίοι χαρακτηρίζονται από έντονη επιφυλακτικότητα απέναντι σε οτιδήποτε άγνωστο, γεγονός που πιθανόν μειώνει την έκθεσή τους στα αντιπηκτικά δολώματα. Ωστόσο, οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι πρόκειται για μία πιθανή εξήγηση και όχι για αποδεδειγμένο μηχανισμό.
Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι τα ποσοστά των μεταλλάξεων στους οικιακούς ποντικούς ήταν υψηλότερα από εκείνα που είχαν καταγραφεί σε παλαιότερη πανεθνική έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν είναι δυνατή η άμεση σύγκριση των δύο μελετών, καθώς χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές μέθοδοι δειγματοληψίας και εξετάστηκαν διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Επιπλέον, σημαντικό μέρος των δειγμάτων προερχόταν από περιοχές του Νιου Τζέρσεϊ όπου υπήρχε ιστορικό εκτεταμένης χρήσης ποντικοφάρμακων, γεγονός που ενδέχεται να επηρέασε τα ποσοστά των μεταλλάξεων.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η συνεχής εξάρτηση από μία μόνο κατηγορία τρωκτικοκτόνων δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική για τη διαχείριση των πληθυσμών των τρωκτικών. Προτείνουν την εναλλαγή διαφορετικών δραστικών ουσιών, σε συνδυασμό με ολοκληρωμένα προγράμματα διαχείρισης που περιλαμβάνουν τη σφράγιση σημείων εισόδου στα κτίρια, τη χρήση παγίδων, την απομάκρυνση πηγών τροφής και καταφυγίων, καθώς και άλλα μη χημικά μέτρα περιορισμού των πληθυσμών. Όπως επισημαίνουν, η προσέγγιση αυτή μπορεί να συμβάλει στη μείωση της εξελικτικής πίεσης που οδηγεί στην εμφάνιση ανθεκτικότητας.
Παράλληλα, οι ερευνητές υπενθυμίζουν ότι τα αντιπηκτικά ποντικοφάρμακα έχουν ανιχνευθεί και σε άγρια ζώα που δεν αποτελούν στόχο των εφαρμογών, όπως πτηνά, ρακούν και βρωμοκούναβα, γεγονός που αναδεικνύει και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εκτεταμένης χρήσης τους.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς της μελέτης. Η παρουσία γενετικών μεταλλάξεων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε ποντικός παρουσιάζει λειτουργική ανθεκτικότητα, καθώς απαιτούνται επιπλέον πειραματικές δοκιμές σε ζωντανά ζώα ή εξειδικευμένες εργαστηριακές προσομοιώσεις. Επιπλέον, σε μικρό αριθμό δειγμάτων δεν κατέστη δυνατή η πλήρης αλληλούχιση ενός τμήματος του γονιδίου, ενώ τα στοιχεία σχετικά με την προηγούμενη χρήση ποντικοφάρμακων στις περιοχές δειγματοληψίας βασίστηκαν σε πληροφορίες που παρείχαν οι ίδιες οι εταιρείες καταπολέμησης παρασίτων και δεν ήταν διαθέσιμα για όλες τις τοποθεσίες.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Pest Management Science με τίτλο «Distribution and frequency of Vkorc1 polymorphisms in house mice and Norway rats in the northeastern United States» και χρηματοδοτήθηκε από το Northeastern IPM Center, το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA), το Υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης των ΗΠΑ (HUD) και το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (NSF). Eίναι διαθέσιμη εδώ: DOI: 10.1002/ps.70833
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Lidl Fr: Ξύλο και σκηνές αλλοφροσύνης σε υποκαταστήματα για τα φθηνά κλιματιστικά (βίντεο)
- Προσοχή! Κι άλλη επικίνδυνη τοστιέρα πασίγνωστης μάρκας στα ελληνικά ράφια – Σοβαρός κίνδυνος ηλεκτροπληξίας (φωτο)
- Έφηβος κόντεψε να χάσει τη ζωή του από μεταλλική τρίχα βούρτσας καθαρισμού ψησταριάς σε μπιφτέκι
- Πατατάκια: Οι αρχές αναβάθμισαν τον κίνδυνο για την υγεία – Χιλιάδες συσκευασίες ενδέχεται να έχουν μολυνθεί με παθογόνο βακτήριο
- Ανακαλείται σκυλοτροφή κορυφαίας μάρκας – Μπορεί να προκαλέσει πνιγμό
- Σοκολάτα: Το λάθος που καταστρέφει τη γεύση της και όλοι το κάνουμε το καλοκαίρι!Μήπως την έχετε ακόμη στο σπίτι σας; Επεκτείνεται διεθνώς η ανάκληση της δημοφιλούς σκούπας λόγω κινδύνου πυρκαγιάς
- HONDOS CENTER: Πρόστιμο 2.000 ευρώ μετά από αιφνιδιαστικό έλεγχο της Περιφέρειας
- Η έλλειψη αυτής της βιταμίνης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ινομυωμάτων της μήτρας