Έρευνα της Γαλλικής Αρχής Ελέγχου αποκαλύπτει εκτεταμένες παρατυπίες στα αρώματα τροφίμων, με συνθετικά συστατικά να παρουσιάζονται ως «φυσικά» ή βιολογικά και σημαντικές ελλείψεις στις αναγραφές συστατικών
Ο τίτλος «αρωματική ύλη» στις ετικέτες τροφίμων αναφέρεται σε ουσίες που προστίθενται για να δώσουν συγκεκριμένη γεύση ή άρωμα σε προϊόντα όπως μπισκότα, γιαούρτια, αναψυκτικά και έτοιμα φαγητά. Παρά το γεγονός ότι η χρήση τους ρυθμίζεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1334/2008, η πραγματικότητα συχνά απέχει από ό,τι δηλώνεται στις ετικέτες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Nestlé: Εντάλματα σύλληψης για υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρείας λόγω διάθεσης αλλοιωμένων KitKat στην αγορά
Σύμφωνα με έρευνα της DGCCRF, της γαλλικής αρχής ελέγχου καταναλωτικών προϊόντων, πάνω από το 20% των ελεγμένων εργοστασίων παρουσίασαν παρατυπίες, ενώ σχεδόν ένα στα τέσσερα δείγματα ήταν μη σύμφωνο με τη νομοθεσία. Οι παρατυπίες αφορούν κυρίως την ψευδή ή παραπλανητική ένδειξη «φυσικό», καθώς και την παρουσία συνθετικών ουσιών σε προϊόντα που ισχυρίζονται ότι είναι φυσικά ή βιολογικά. Σημαντικά προβλήματα εντοπίστηκαν σε προϊόντα με εξωτικά αρώματα όπως καρύδα ή μάνγκο, αλλά και σε αναψυκτικά, όπου ανιχνεύθηκαν αρώματα που δεν αντιστοιχούν στο δηλωμένο συστατικό, όπως βανιλίνη σε λεμονάδα που έπρεπε να περιέχει μόνο λεμόνι.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Απορρυπαντικό σε παρτίδες γάλακτος λόγω λάθους στην παραγωγή – Συναγερμός για άμεση απόσυρση από τα ψυγεία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα γνωστά αποσμητικά που ανακλήθηκαν τις τελευταίες ημέρες λόγω επικίνδυνων ουσιών
Ακόμη και σε προϊόντα με βιολογική πιστοποίηση υπήρξαν παρατυπίες όσον αφορά τα συστατικά ή τη σύνθεση των αρωμάτων. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την DGCCRF περιλάμβαναν 49 εντολές συμμόρφωσης για διόρθωση των παρατυπιών, 10 ποινικές διώξεις και 60 προειδοποιητικές επιστολές σε επιχειρήσεις. Οι περισσότερες εταιρείες διόρθωσαν τις παρατυπίες, αλλά η έρευνα ανέδειξε την ευρεία έλλειψη διαφάνειας και την ανάγκη συνεχούς ελέγχου στον κλάδο των αρωμάτων τροφίμων. Για τον καταναλωτή, η διάκριση μεταξύ «φυσικού αρώματος» και «αρώματος Χ» παραμένει σύνθετη και συχνά παραπλανητική, γεγονός που υπογραμμίζει ότι οι λέξεις στις ετικέτες δεν είναι απλά τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά υποσχέσεις που σπάνια τηρούνται.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ρόδος: Το Γενικό Χημείο του Κράτους αποκάλυψε παρατυπίες στη σύνθεση ρούχων – Πρόστιμο 3.000€ σε επιχείρηση
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αποσύρεται πανετόνε από τα ράφια μεγάλης αλυσίδας
Σημειώνεται ότι σε καμία περίπτωση, οι αρωματικές ύλες δεν θα πρέπει, ιδίως, να χρησιμοποιούνται κατά τρόπο παραπλανητικό για τον καταναλωτή σχετικά με θέματα που αφορούν μεταξύ άλλων τη φύση, τη φρεσκάδα, την ποιότητα των χρησιμοποιούμενων συστατικών, το φυσικό χαρακτήρα ενός προϊόντος ή της διαδικασίας παραγωγής, ή τη διατροφική αξία του προϊόντος.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοκολάτες: Σαλμονέλα και ψευδείς υποσχέσεις στη συσκευασία – Τι έδειξε εργαστηριακή δοκιμή σε πασίγνωστες μάρκες
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τσάι: Γνωστή στην Ελλάδα μάρκα, ανακαλείται λόγω μόλυνσης από επικίνδυνο βακτήριο
Ποιες αρωματικές ύλες μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα; Υπάρχει σχετικός ορισμός;
Οι αρωματικές ύλες χρησιμοποιούνται για να βελτιώσουν ή να τροποποιήσουν την οσμή ή τη γεύση των τροφίμων προς όφελος του καταναλωτή. Για το σκοπό αυτό, η ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται:
Α) αρωματικές ύλες, οι οποίες χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν εντός και επί των τροφίμων,
Β) συστατικά τροφίμων με αρωματικές ιδιότητες
Γ) τρόφιμα που περιέχουν αρωματικές ύλες ή/και πρώτες ύλες για συστατικά τροφίμων με αρωματικές ιδιότητες
Δ) πρώτες ύλες για αρωματικές ύλες ή/και πρώτες ύλες για συστατικά τροφίμων με αρωματικές ιδιότητες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Λουκέτο στο τμήμα παραγωγής αρτοσκευασμάτων μεγάλης αλυσίδας, λόγω εκτεταμένης μόλυνσης από κατσαρίδες (φωτο)
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γαλοπούλα ή Κοτόπουλο: Ποιο πουλερικό προσφέρει περισσότερη πρωτεΐνη και θρεπτικά συστατικά;
Οι αρωματικές ύλες, διακρίνονται σε έξι κατηγορίες:
A) Aρωματικές ύλες
• αρωματικές ουσίες (flavouring substances). Αυτές αποτελούν χημικές ουσίες, καθορισμένης χημικής δομής, με αρωματικές ιδιότητες, όπως για παράδειγμα η κιτράλη, η οποία όταν προστίθεται σε τρόφιμα (κυρίως ποτά) δίνει τη χαρακτηριστική γεύση λεμονιού/κίτρου. Άλλες για παράδειγμα είναι η μενθόλη, η βανιλλίνη, κ.ά. Σε αυτές ανήκουν και οι «φυσικές» (natural) αρωματικές ουσίες. Οι φυσικές αρωματικές ουσίες είναι ουσίες που απαντώνται φυσικώς και έχουν εντοπιστεί στη φύση ενώ λαμβάνονται με κατάλληλες φυσικές, ενζυμικές ή μικροβιακές διεργασίες από ύλη φυτικής, ζωικής ή μικροβιακής προέλευσης, είτε σε πρωτογενή κατάσταση είτε μετά από επεξεργασία για ανθρώπινη κατανάλωση. Παράδειγμα φυσικής αρωματικής ύλης είναι η μενθόλη, η οποία λαμβάνεται με κλασματική απόσταξη από έλαιο μέντας και το λιμονένιο, το οποίο λαμβάνεται με απόσταξη με ατμό από πορτοκάλι.
• αρωματικά παρασκευάσματα (flavouring preparations). Αφορούν σε άλλα προϊόντα, πλην των αρωματικών ουσιών, τα οποία λαμβάνονται με κατάλληλες φυσικές, ενζυμικές ή μικροβιακές διεργασίες από τρόφιμο ή/και από ύλη φυτικής, ζωικής ή μικροβιακής προέλευσης, πλην των τροφίμων. Παραδείγματα αρωματικών παρασκευασμάτων αποτελούν το εκχύλισμα μέντας, το εκχύλισμα βανίλιας, το έλαιο πορτοκαλιού, κ.ά..
• αρωματικές ύλες θερμικής επεξεργασίας (thermal process flavourings). Τα προϊόντα αυτά λαμβάνονται ύστερα από θερμική επεξεργασία μείγματος συστατικών που δεν έχουν αναγκαστικά αρωματικές ιδιότητες και από τα οποία ένα τουλάχιστον περιέχει άζωτο (αμινική ομάδα) και ένα άλλο είναι ανάγον σάκχαρο, οπότε και κατά την παραγωγική διαδικασία αναπτύσσεται η σχετική αρωματική ύλη. Ως τέτοιο παράδειγμα παρατηρείται η ανάδειξη αρώματος στα τρόφιμα κατά το ψήσιμο π.χ. του κρέατος ή του ψωμιού. Ουσίες που ανήκουν στην κατηγορία αυτή χρησιμοποιούνται για τον αρωματισμό διαφόρων προϊόντων σάλτσας, σως και σούπας.
• αρτύματα καπνιστών τροφίμων (smoke flavourings). Ως τέτοια θεωρούνται τα προϊόντα που λαμβάνονται με κλασματοποίηση και απομόνωση καθαρού συμπυκνωμένου καπνού, τα οποία προστίθενται στα τρόφιμα κυρίως για να αποδόσουν/προσδώσουν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά που επιτυγχάνονται με την παραδοσιακή μέθοδο της κάπνισης.
• πρόδρομες αρωματικές ύλες (flavour precursors). Αφορούν προϊόντα, τα οποία αυτά καθ’ αυτά δεν διαθέτουν αναγκαστικά αρωματικές ιδιότητες, αλλά η αρωματική τους ιδιότητα προκύπτει κατά την επεξεργασία τροφίμου με διάσπαση ή αντίδραση με άλλα συστατικά. Παραδείγματα αναφέρονται οι υδατάνθρακες, ολιγοπεπτίδια, αμινοξέα.
• άλλες αρωματικές ύλες ή μείγματα αυτών (other flavourings). Είναι ουσίες, οι οποίες δεν κατατάσσονται στις ανωτέρω κατηγορίες, αλλά όταν προστεθούν στα τρόφιμα προσδίδουν άρωμα ή/και γεύση. Ως τέτοιο παράδειγμα είναι ο αιθέρας ρούμι, που αποτελεί μίγμα διαφορετικών αρωματικών συστατικών.