Πρόσφατα, το Cibum έφερε στο προσκήνιο έναν βαθύ προβληματισμό για το μέλλον της παραδοσιακής εστίασης στην Ελλάδα, με αφορμή την οργανωμένη είσοδο μεγάλων ομίλων του λιανεμπορίου στην αγορά του έτοιμου φαγητού. Όπως επεσήμανε σε συνέντευξή του ο πρόεδρος της Ένωσης Εστιατορίων και Συναφών Αττικής, Ιωάννης Δαβερώνης, η ανάπτυξη του «Food to Go» από αλυσίδες όπως ο Σκλαβενίτης, συνοδευόμενη από επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής, δημιουργεί ένα εντελώς νέο και πιεστικό τοπίο. Οι μικρομεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη δοκιμάζονται από τα υψηλά λειτουργικά έξοδα, τις ενεργειακές επιβαρύνσεις, τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές και τη διαχείριση του προσωπικού, καλούνται πλέον να ανταγωνιστούν παίκτες με τεράστια κλίμακα, δυνατότητα προσφοράς πολύ χαμηλότερων τιμών και προηγμένες υποδομές. Ο κ. Δαβερώνης προειδοποίησε ανοιχτά ότι, ελλείψει οικονομικού μαξιλαριού ασφαλείας για τους μικρούς επαγγελματίες, πιθανώς να δούμε λουκέτα, καθώς ακόμη και τα μεγαλύτερα εστιατόρια δυσκολεύονται να απορροφήσουν το διπλασιασμένο κόστος ρεύματος και πρώτων υλών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εκατοντάδες κρούσματα σαλμονέλωσης από μολυσμένες ντομάτες – Ασθενείς σε 4 διαφορετικές χώρες
Αυτός ο προβληματισμός, ωστόσο, δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη, παγκόσμια τάση όπου η παραδοσιακή εστίαση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μαζική στροφή των καταναλωτών προς τα έτοιμα γεύματα των σούπερ μάρκετ. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, και σύμφωνα με στοιχεία του κλάδου και μελέτες του ινστιτούτου EHI και της YouGov, η λεγόμενη εμπορική εστίαση (Handelsgastronomie) επωφελείται, καθώς οι καταναλωτές, εξαιτίας των συνεχών ανατιμήσεων των προηγούμενων ετών, αναζητούν φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις εκτός σπιτιού. Ενδεικτικό είναι ότι οι καταναλωτές πλήρωναν κατά μέσο όρο αισθητά λιγότερα για πιάτα όπως τα κρεατικά ή τα ζυμαρικά στα σημεία λιανεμπορίου σε σύγκριση με τα παραδοσιακά εστιατόρια, φέρνοντας το κλασικό εστιατόριο και τις παμπ σε δυσμενή θέση, όπου οι πραγματικοί τζίροι παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι από τα προπανδημικά επίπεδα παρά την ονομαστική αύξηση των εσόδων. Στο ίδιο μήκος κύματος, μεγάλες γερμανικές αλυσίδες όπως ο όμιλος Globus επεκτείνουν διαρκώς τη δική τους «κουζίνα στο ψυγείο», προσφέροντας φρέσκα γεύματα εστιατορίου σε πακέτο για το σπίτι ή το γραφείο, ενσωματώνοντας παράλληλα ακόμη και εξειδικευμένες επιλογές όπως τα προϊόντα χωρίς γλουτένη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Βενέτης: «Καμπάνα» της Περιφέρειας Αττικής για παραβάσεις στο υποκατάστημα του Αεροδρομίου Αθηνών
Αντίστοιχες σαρωτικές αλλαγές καταγράφονται και στην Ισπανία, όπου η κατανάλωση έτοιμων πιάτων έχει εκτοξευθεί κατακόρυφα από το 2022, ωθούμενη από τους γρήγορους ρυθμούς ζωής και την αναζήτηση οικονομίας. Σύμφωνα με εκθέσεις της αγοράς, όπως αυτή της Worldpanel by Numerator, το κόστος και η ευκολία αποτελούν τους αποφασιστικούς παράγοντες που οδηγούν τους πολίτες μακριά από την παραδοσιακή εστίαση, με αλυσίδες όπως η Mercadona να ηγούνται αυτής της ανόδου. Ο χρόνος που αφιερώνεται καθημερινά στην κουζίνα συρρικνώνεται συνεχώς, με μεγάλη μερίδα των πολιτών να τρώει πλέον βιαστικά, μεταφέροντας την κατανάλωση έτοιμου φαγητού κυρίως εντός του σπιτιού για δείπνα μεσοβδόμαδα ή καθημερινά γεύματα. Παράλληλα, οι καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνουν νέες προτιμήσεις σε ολόκληρη τη λιανική, όπως αποδεικνύεται και από τις καταγραφές διαδικτυακών υπηρεσιών σούπερ μάρκετ στην Ιταλία, όπου τα καλοκαιρινά μενού κυριαρχούνται από απλές, παραδοσιακές αλλά και σύγχρονες συνθέσεις, από την κλασική caprese και τις σαλάτες ζυμαρικών μέχρι το poke και το σολομό με αβοκάντο, δείχνοντας ότι το λιανεμπόριο προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες διατροφικές απαιτήσεις.
Την ίδια στιγμή, η πολωνική αγορά προσφέρει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιθετικής διείσδυσης των μικρών καταστημάτων ευκολίας στη διατροφική καθημερινότητα. Η αλυσίδα Żabka έχει γράψει ιστορία με την καμπάνια της γύρω από τα έτοιμα γεύματα, καταγράφοντας τεράστια άλματα στον όγκο πωλήσεων μέσα από έξυπνες προωθητικές ενέργειες που προσελκύουν εκατοντάδες χιλιάδες καταναλωτές σε εβδομαδιαία βάση. Αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη, την ανάλυση δεδομένων και την υψηλή επιχειρησιακή ευελιξία, οι σύγχρονες αλυσίδες προσεγγίζουν το κοινό με έτοιμα πιάτα υψηλς διαθεσιμότητας και δελεαστικής τιμής, επαναπροσδιορίζοντας τι σημαίνει γρήγορο γεύμα. Ακόμη και παραδοσιακοί παίκτες του αστικού λιανεμπορίου, όπως η Monoprix στη Γαλλία, αναδιαμορφώνουν τα καταστήματά τους αναπτύσσοντας υβριδικές ζώνες εστίασης και καφέ, όπου το εξειδικευμένο προσωπικό και οι baristi ετοιμάζουν σνακ και γεύματα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αποδεικνύοντας ότι τα σύγχρονα σημεία πώλησης λειτουργούν πλέον ως ευθείς ανταγωνιστές της κλασικής εστίασης.
Καθώς το τοπίο παγκοσμίως μεταβάλλεται προς μια κατεύθυνση όπου η ταχύτητα, η κλίμακα και η προσιτή τιμή καθορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, η αγωνία των Έλληνα εστιατόρων για τη βιωσιμότητα της μικρομεσαίας και οικογενειακής επιχείρησης αναδεικνύεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για το μέλλον του κλάδου διεθνώς.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Πασίγνωστη αεροπορική εταιρεία κόβει πτήσεις και… αποζημιώσεις λόγω κρίσης – «Ξεκρέμαστοι» χιλιάδες επιβάτες
- Το έντομο που αν σε τσιμπήσει μπορεί να σε κάνει αλλεργικό στο κρέας
- Τι γυρεύουν οι κολοσσοί Microsoft και OpenAI στη σοκολάτα που κάνει ντεμπούτο τον Δεκέμβρη;
- Τελικά έφταιγε ο CEO ή φταίνε οι τιμές; – Κολοσσός σοκολάτας ανακαλύπτει ότι οι συνεχείς ανατιμήσεις έχουν …πικρή γεύση
- Νέο πρόστιμο στα Public: 4.000 ευρώ για ελλιπή ενημέρωση καταναλωτών
- Στο στόχαστρο Nestlé και Unilever για παραπλανητικούς ισχυρισμούς υγείας σε δημοφιλή προϊόντα
- Τι κρύβεται στο πιάτο των Ευρωπαίων; Η μεγάλη έρευνα που δείχνει τι και γιατί τρώμε αλλιώς στην Ελλάδα
- Πόσο κόστισε η προσπάθεια της Bayer να επηρεάσει τις αποφάσεις της ΕΕ για τη γλυφοσάτη; Aποκαλυπτικά στοιχεία του Corporate Europe Observatory
- Η κλιματική κρίση απειλεί και το ψωμί μας – Πώς η αύξηση του CO₂ ρίχνει την ποιότητα του σιταριού και αυξάνει τον κίνδυνο για δυσανεξίες