Συνολικά 180 κρούσματα νόσου των Λεγεωναρίων καταγράφηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2025 μέσω των δύο συστημάτων επιτήρησης που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της νόσου. Από αυτά, τα 100 δηλώθηκαν μέσω του Εθνικού Συστήματος Υποχρεωτικής Δήλωσης Νοσημάτων και τα 80 μέσω του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επιτήρησης της Νόσου των Λεγεωναρίων (ELDSNet), το οποίο παρακολουθεί περιστατικά που σχετίζονται με ταξίδια.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Παγωτό με βιομηχανικά χημικά: Δεκαοκτώ χρόνια μετά το σκάνδαλο της μελαμίνης, ο FDA απέρριψε 17 φορτία γρανίτας για τον ίδιο λόγο
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), ενώ συμπληρώνονται από πρόσφατη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Microorganisms και εξετάζει τις περιβαλλοντικές διερευνήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τουριστικά καταλύματα της Κρήτης μετά από ειδοποιήσεις του ELDSNet.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός για γνωστό ρύζι: Ζητούν επειγόντως ελέγχους για βαρέα μέταλλα και χημικούς ρύπους
Από τα 100 περιστατικά που δηλώθηκαν μέσω του εθνικού συστήματος επιτήρησης, τα 83 αποδόθηκαν σε πιθανή έκθεση στην κοινότητα, τα 10 συνδέθηκαν με ταξίδι και τα επτά με πιθανή έκθεση σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Καταγράφηκαν συνολικά έντεκα θάνατοι, εκ των οποίων οι δέκα αφορούσαν ασθενείς με πιθανή έκθεση στην κοινότητα και ένας ασθενή με πιθανή έκθεση σε νοσοκομείο.
Η νόσος εμφανίσθηκε κυρίως σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Από τα εθνικά δηλωμένα περιστατικά, οι 66 ασθενείς ήταν άνδρες και οι 34 γυναίκες. Οι έντεκα θανόντες περιλάμβαναν επτά άνδρες ηλικίας άνω των 60 ετών και τέσσερις γυναίκες ηλικίας άνω των 67 ετών. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση περιστατικών καταγράφηκε στην Περιφέρεια Αττικής με 50 κρούσματα και ακολούθησε η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με 20 κρούσματα. Ωστόσο, η υψηλότερη επίπτωση καταγράφηκε στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, όπου υπολογίσθηκαν 1,8 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους. Υψηλές τιμές επίπτωσης αναφέρθηκαν επίσης στο Βόρειο Αιγαίο, στην Αττική και στα Ιόνια Νησιά.
Η χρονική κατανομή των περιστατικών παρουσίασε την αναμενόμενη εποχικότητα, με αύξηση των διαγνώσεων από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, περίοδο κατά την οποία οι υψηλότερες θερμοκρασίες ευνοούν τον πολλαπλασιασμό της Legionella στα δίκτυα νερού και στις εγκαταστάσεις που παράγουν αερολύματα. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, η ετήσια επίπτωση της νόσου στην Ελλάδα παρέμεινε χαμηλή, στα 0,8 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο του 2024, χωρίς να καταγραφεί επιδημία.
Παράλληλα με την εθνική επιτήρηση λειτουργεί το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιτήρησης της Νόσου των Λεγεωναρίων (ELDSNet), μέσω του οποίου οι ευρωπαϊκές χώρες ανταλλάσσουν πληροφορίες για ταξιδιώτες που νόσησαν μετά από διαμονή σε τουριστικά καταλύματα άλλης χώρας. Το 2025 δηλώθηκαν μέσω του ELDSNet 80 ταξιδιωτικά συνδεόμενα κρούσματα με πιθανή έκθεση στην Ελλάδα. Από αυτούς τους ασθενείς, οι 60 ήταν άνδρες και οι 20 γυναίκες, ενώ η μεγάλη πλειονότητα ήταν επίσης ηλικίας άνω των 65 ετών.
Τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν ταξιδιώτες από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ολλανδία, οι οποίοι είχαν διαμείνει κυρίως σε τουριστικά καταλύματα της Κρήτης, των Ιονίων Νήσων και του Νοτίου Αιγαίου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ταξιδιωτικών κρουσμάτων καταγράφηκε κατά τον Σεπτέμβριο. Η ετήσια έκθεση καταγράφει ακόμη εννέα συρροές κρουσμάτων που συνδέθηκαν με συνολικά 94 τουριστικά καταλύματα τα οποία διερευνήθηκαν μετά τις σχετικές ειδοποιήσεις του ευρωπαϊκού δικτύου.
Πρόσθετα στοιχεία για τα περιστατικά που συνδέθηκαν με την Κρήτη παρουσιάζονται σε επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 στο περιοδικό Microorganisms. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Περιφερειακού Εργαστηρίου Δημόσιας Υγείας Κρήτης και της Περιφέρειας Κρήτης και αφορούσε αποκλειστικά τα ταξιδιωτικά συνδεόμενα περιστατικά που διερευνήθηκαν μέσω του ELDSNet.
Η μελέτη περιέλαβε 24 επιβεβαιωμένα κρούσματα που σχετίστηκαν με διαμονή σε τουριστικά καταλύματα της Κρήτης κατά τη διάρκεια του 2025. Οι ασθενείς προέρχονταν κυρίως από τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Η διάμεση ηλικία τους ήταν 68 έτη και οι άνδρες ήταν περίπου διπλάσιοι σε αριθμό από τις γυναίκες. Οι περισσότεροι ασθενείς ανάρρωσαν, ενώ καταγράφηκε ένας θάνατος. Για τη διερεύνηση των περιστατικών πραγματοποιήθηκαν περιβαλλοντικοί έλεγχοι σε 24 τουριστικά καταλύματα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ταξιδιώτες είχαν διαμείνει σε περισσότερα από ένα ξενοδοχεία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, γεγονός που οδήγησε σε περισσότερες από μία επιδημιολογικές και περιβαλλοντικές διερευνήσεις για κάθε περιστατικό.
Οι ερευνητές κατέγραψαν δύο συρροές περιστατικών. Η πρώτη συνδέθηκε με ξενοδοχειακή μονάδα στην οποία καταγράφηκαν έξι περιστατικά και η δεύτερη με κατάλυμα στο οποίο καταγράφηκαν δύο περιστατικά. Στο πλαίσιο των περιβαλλοντικών ελέγχων συλλέχθηκαν συνολικά 516 δείγματα νερού από εγκαταστάσεις όπως δίκτυα ύδρευσης, ντους δωματίων, δεξαμενές, θερμοσίφωνες, πισίνες, εγκαταστάσεις ευεξίας και άλλες υποδομές. Από αυτά, τα 503 υποβλήθηκαν σε εργαστηριακή ανάλυση.
Η Legionella ανιχνεύθηκε σε 127 δείγματα, ενώ το είδος Legionella pneumophila, που ευθύνεται για τη μεγάλη πλειονότητα των λοιμώξεων στον άνθρωπο, ανιχνεύθηκε σε 123 δείγματα. Σε 53 δείγματα οι συγκεντρώσεις ξεπέρασαν τις 1.000 μονάδες ανά λίτρο νερού, επίπεδο που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της ανάγκης λήψης διορθωτικών μέτρων στα συστήματα νερού.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η ανίχνευση της Legionella σε ένα δίκτυο ύδρευσης δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το συγκεκριμένο κατάλυμα αποτέλεσε την πηγή μόλυνσης ενός ασθενούς. Η ταυτοποίηση της πηγής απαιτεί συνδυασμό επιδημιολογικών και εργαστηριακών δεδομένων. Η μελέτη κατέγραψε επίσης σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις μεταξύ της εμφάνισης των συμπτωμάτων και της έναρξης των περιβαλλοντικών ελέγχων. Η διάμεση χρονική απόσταση από την έναρξη των συμπτωμάτων έως την ενημέρωση των τοπικών υγειονομικών αρχών ήταν περίπου 31 ημέρες. Η πρώτη δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε κατά μέσο όρο 47,5 ημέρες μετά την έναρξη της νόσου, ενώ τα πρώτα εργαστηριακά αποτελέσματα ήταν διαθέσιμα περίπου 67 ημέρες μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων.
Η στατιστική ανάλυση της μελέτης έδειξε ότι η πιθανότητα ανίχνευσης της Legionella ήταν αυξημένη όταν η συγκέντρωση του υπολειμματικού χλωρίου ήταν χαμηλή και όταν η θερμοκρασία του ζεστού νερού βρισκόταν κάτω από τους 55 °C. Μεγαλύτερη συχνότητα θετικών δειγμάτων καταγράφηκε επίσης σε ξενοδοχεία χαμηλότερης κατηγορίας, ενώ οι μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες εμφάνισαν μικρότερη πιθανότητα ανίχνευσης του βακτηρίου.
Η νόσος των Λεγεωναρίων προκαλείται από βακτήρια του γένους Legionella, με συχνότερο παθογόνο τη Legionella pneumophila. Η μετάδοση πραγματοποιείται με εισπνοή αερολυμάτων που προέρχονται από μολυσμένο νερό, όπως ντους, πύργοι ψύξης, δεξαμενές, υδρομασάζ, σιντριβάνια και άλλα συστήματα νερού. Δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Οι ομάδες υψηλότερου κινδύνου περιλαμβάνουν άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών, καπνιστές, ασθενείς με χρόνια νοσήματα, ανοσοκαταστολή, σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια πνευμονοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια, νεοπλασματικά νοσήματα και μεταμοσχευμένους.
Ο ΕΟΔΥ αναφέρει ότι η πρόληψη βασίζεται στη συστηματική συντήρηση και απολύμανση των εγκαταστάσεων ύδρευσης και κλιματισμού, στον τακτικό έλεγχο για την παρουσία του βακτηρίου, στη διατήρηση του κρύου νερού κάτω από τους 20 °C, του ζεστού νερού πάνω από τους 50 °C και στη συνεχή κυκλοφορία του νερού, ώστε να περιορίζεται η ανάπτυξη της Legionella σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία και άλλες εγκαταστάσεις όπου υπάρχουν ευπαθείς ομάδες πληθυσμού.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Αγωγή κατά σοκολατοβιομηχανίας – κολοσσού για παραπλάνηση καταναλωτών σχετικά με την παιδική εργασία
- Καταγγελία καταναλώτριας για δυσάρεστη γεύση και οσμή σε εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο – Τι απαντά η εταιρεία
- «Μπαναναγγεδών»: Πώς η επιστήμη προσπαθεί να σώσει το πιο δημοφιλές φρούτο στον κόσμο από τον καταστροφικό μύκητα
- Μεσόγειος: Εισβολικά είδη αφανίζουν τη θαλάσσια ζωή με πρωτοφανή ταχύτητα – Ποια αγαπημένα θαλασσινά δεν θα βρίσκουμε σε λίγα χρόνια;
- Ομαδική αγωγή κατά εταιρείας delivery για παραπλανητική χρέωση για «προτεραιότητα» στις παραδόσεις