Μελέτη σε 2.192 ενήλικες εντοπίζει συσχέτιση ανεξάρτητη από την ποιότητα της διατροφής
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν πλέον τη βάση της διατροφής σε πολλές χώρες υψηλού εισοδήματος, καλύπτοντας άνω του μισού της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Στην Αυστραλία, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 42%, ενώ η τάση επεκτείνεται ταχύτατα και σε χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Μια νέα εγκάρσια μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Alzheimer’s & Dementia: Diagnosis, Assessment, & Disease Monitoring, εξέτασε για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης αυτών των τροφίμων και της γνωστικής λειτουργίας, αποκομίζοντας ευρήματα που διαχωρίζουν τον ρόλο της επεξεργασίας των τροφίμων από την ευρύτερη ποιότητα της διατροφής.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα σπάνια σάκχαρα που υπόσχονται να αντικαταστήσουν τη ζάχαρη χωρίς τις παρενέργειές της
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καρκίνος του μαστού: Η κοινή βιταμίνη που αυξάνει δραματικά την αποτελεσματικότητα της θεραπείας
Η έρευνα ανέλυσε τις διατροφικές συνήθειες και τη γνωστική λειτουργία 2.192 ενηλίκων ηλικίας 40 έως 70 ετών στην Αυστραλία, μια ηλικιακή ομάδα κατά την οποία οι παράγοντες κινδύνου για άνοια αρχίζουν να συσσωρεύονται. Οι συμμετέχοντες ήταν στην πλειονότητά τους γυναίκες, με μέση ηλικία περίπου τα 57 χρόνια. Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αντιστοιχούσαν στο 21% του συνολικού βάρους τροφής και ποτών που καταναλώνονταν ημερησίως και στο 41% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης.
Τι έδειξαν τα νούμερα
Η ανάλυση έδειξε ότι κάθε αύξηση της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων κατά 10% συσχετίστηκε με μείωση 0,05 μονάδων στις βαθμολογίες προσοχής και αύξηση 0,24 μονάδων στον δείκτη τροποποιήσιμου κινδύνου άνοιας. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος αυτής της αύξησης, ισοδυναμεί περίπου με την κατανάλωση ενός επιπλέον σακουλάκιου πατατάκια 150 γραμμαρίων ημερησίως. Οι βαθμολογίες προσοχής μειώνονταν σταδιακά όσο αυξανόταν η πρόσληψη υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, με τη σημαντικότερη διαφορά να εμφανίζεται μεταξύ της ομάδας με την υψηλότερη και της ομάδας με τη χαμηλότερη κατανάλωση. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μνήμη δεν επηρεάστηκε με τον ίδιο τρόπο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επίδραση της επεξεργασίας των τροφίμων στον εγκέφαλο δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις γνωστικές λειτουργίες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Trail mix: Το σνακ που φαίνεται υγιεινό αλλά μπορεί να εκτοξεύσει το σάκχαρο
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Υπάρχει όντως «καλύτερη» ώρα για να πίνουμε νερό;
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της έρευνας είναι ότι αυτές οι συσχετίσεις παρέμειναν στατιστικά σημαντικές ακόμη και μετά τη διόρθωση για την τήρηση της μεσογειακής διατροφής και τον δείκτη μάζας σώματος. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν εξηγείται μόνο από το γεγονός ότι η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται γενικά με κακή διατροφή, αλλά ότι η ίδια η βιομηχανική επεξεργασία των τροφίμων μπορεί να παίζει ανεξάρτητο ρόλο στη γνωστική υγεία.
Οι πιθανοί μηχανισμοί και τα όρια της έρευνας
Οι ερευνητές προτείνουν διάφορες πιθανές οδούς μέσω των οποίων τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Τα καρδιομεταβολικά αποτελέσματα της υπερκατανάλωσής τους, όπως η υπέρταση, η παχυσαρκία και ο διαβήτης, ευθύνονται σωρευτικά για το 12% του κινδύνου άνοιας. Παράλληλα, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να διαταράσσουν τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου μέσω αλλοιώσεων στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, προκαλώντας νευροφλεγμονή. Η προσοχή, ως γνωστική λειτουργία ιδιαίτερα ευαίσθητη σε πολλαπλούς στρεσογόνους παράγοντες που μειώνουν την εγκεφαλοαγγειακή υγεία, φαίνεται να είναι το πρώτο σημείο όπου εκδηλώνεται αυτή η επίδραση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται σοκολατάκια από δυο διαφορετικές μάρκες λόγω σοβαρού κινδύνου
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα σνακ που κάνουν τα παιδιά υπερτασικά από μικρή ηλικία – Εργαστηριακό τεστ σε 30 προϊόντα που βρίσκονται στα ράφια
Η μελέτη έχει, ωστόσο, σημαντικούς περιορισμούς. Ο εγκάρσιος σχεδιασμός της δεν επιτρέπει αιτιολογικά συμπεράσματα, ενώ η αυτοαναφορά των διατροφικών δεδομένων εισάγει πιθανά σφάλματα μέτρησης. Το δείγμα αποτελούνταν κυρίως από γυναίκες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και οικονομική επάρκεια, γεγονός που περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων. Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες με βιοδείκτες, απεικόνιση εγκεφάλου και ανάλυση του μικροβιώματος για να διευκρινιστούν οι αιτιολογικές σχέσεις.