Τα γλυκαντικά χαμηλών ή μηδενικών θερμίδων αποτελούν αντικείμενο έντονης επιστημονικής διερεύνησης, καθώς χρησιμοποιούνται ευρέως σε τρόφιμα και ποτά που επιλέγουν καθημερινά εκατομμύρια καταναλωτές. Πρόσφατη επιστημονική εργασία που δημοσιεύθηκε στο Journal of Food Composition and Analysis, έδειξε ότι οι συγκεκριμένες ουσίες χρησιμοποιούνται πλέον σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, ακόμη και σε κατηγορίες όπου η παρουσία τους δεν είναι προφανής για τον καταναλωτή. Ενώ εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται εκτεταμένα στα αναψυκτικά και στα συναφή ποτά, τα οποία συγκεντρώνουν περίπου το 36,6% των προϊόντων που περιέχουν τις συγκεκριμένες ουσίες, υψηλή συχνότητα καταγράφεται επίσης σε γλυκίσματα, σοκολάτες, επιδόρπια και αρτοσκευάσματα, κατηγορίες όπου η αντικατάσταση της ζάχαρης αποτελεί συνηθισμένη πρακτική κατά τη διαμόρφωση της σύνθεσης των προϊόντων. Η παρουσία τους όμως, καταγράφηκε ακόμη και σε τυριά, εύρημα που οι ίδιοι οι ερευνητές χαρακτήρισαν μη αναμενόμενο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων του κόσμου, στο επίκεντρο αυτεπάγγελτης έρευνας για βρωμικό κάλιο σε ψωμί και αρτοσκευάσματα
Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί μελέτες που εξετάζουν πιθανές επιδράσεις τους στον μεταβολισμό, στο εντερικό μικροβίωμα, στη νευρολογική λειτουργία και στην ανάπτυξη των παιδιών, ενώ άλλες εργασίες έχουν διερευνήσει ενδεχόμενες συσχετίσεις με τη λειτουργία του εγκεφάλου ή ακόμη και με επιδράσεις που μπορεί να εμφανίζονται σε επόμενες γενιές. Παράλληλα, η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν για την εξαγωγή ασφαλών αιτιωδών συμπερασμάτων, καθώς κάθε γλυκαντική ουσία εμφανίζει διαφορετικά χαρακτηριστικά και οι επιδράσεις της επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η ποσότητα κατανάλωσης και η συνολική διατροφή.
Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology, το επίσημο ιατρικό περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (American Academy of Neurology), εξετάζει τη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης κοινών γλυκαντικών χαμηλών ή μηδενικών θερμίδων και της εξέλιξης των γνωστικών λειτουργιών σε βάθος χρόνου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα άτομα με τη μεγαλύτερη συνολική πρόσληψη γλυκαντικών παρουσίασαν ταχύτερη επιδείνωση της μνήμης και της συνολικής γνωστικής τους απόδοσης σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 12.772 ενήλικες από τη Βραζιλία, με μέση ηλικία τα 52 έτη. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για περίπου οκτώ χρόνια. Στην έναρξη της έρευνας συμπλήρωσαν αναλυτικά ερωτηματολόγια σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες κατά το προηγούμενο έτος και στη συνέχεια κατατάχθηκαν σε τρεις ομάδες ανάλογα με τη συνολική ημερήσια πρόσληψη γλυκαντικών.
Οι ερευνητές εξέτασαν επτά διαφορετικές ουσίες: ασπαρτάμη, σακχαρίνη, ακεσουλφάμη καλίου (acesulfame K), ερυθριτόλη, ξυλιτόλη, σορβιτόλη και ταγγατόζη. Πρόκειται για γλυκαντικά που χρησιμοποιούνται ευρέως σε αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη, αρωματισμένα νερά, ενεργειακά ποτά, γιαούρτια, επιδόρπια χαμηλών θερμίδων και άλλα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ αρκετά διατίθενται και ως επιτραπέζια γλυκαντικά για χρήση σε καφέ, τσάι, μαγειρική και ζαχαροπλαστική.
Η χαμηλότερη ομάδα κατανάλωσης λάμβανε κατά μέσο όρο 20 χιλιοστόγραμμα (mg) γλυκαντικών ημερησίως, ενώ η ομάδα με τη μεγαλύτερη πρόσληψη έφθανε τα 191 mg την ημέρα. Στην περίπτωση της ασπαρτάμης, η ποσότητα που κατανάλωναν οι συμμετέχοντες με τη μεγαλύτερη πρόσληψη αντιστοιχούσε περίπου σε εκείνη που περιέχεται σε ένα κουτί αναψυκτικού διαίτης. Η σορβιτόλη ήταν η ουσία με τη μεγαλύτερη μέση ημερήσια κατανάλωση, φθάνοντας τα 64 mg.
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε επαναλαμβανόμενες νευροψυχολογικές δοκιμασίες που αξιολογούσαν διαφορετικές γνωστικές λειτουργίες, όπως η λεκτική ευχέρεια, η εργαζόμενη μνήμη, η ανάκληση λέξεων και η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. Οι εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν στην αρχή, στη μέση και στο τέλος της μελέτης, επιτρέποντας στους ερευνητές να καταγράψουν την εξέλιξη των γνωστικών επιδόσεων με την πάροδο του χρόνου.
Μετά την προσαρμογή των αποτελεσμάτων για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η αρτηριακή υπέρταση, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και άλλοι γνωστοί παράγοντες κινδύνου, διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση γλυκαντικών εμφάνισαν 62% ταχύτερη επιδείνωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας σε σχέση με όσους είχαν τη χαμηλότερη πρόσληψη. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 1,6 επιπλέον έτη εγκεφαλικής γήρανσης. Ακόμη και η ενδιάμεση ομάδα κατανάλωσης παρουσίασε ταχύτερη γνωστική έκπτωση. Η επιδείνωση ήταν κατά 35% μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ομάδα χαμηλής πρόσληψης, διαφορά που αντιστοιχεί περίπου σε 1,3 επιπλέον χρόνια γήρανσης του εγκεφάλου.
Η ηλικία φάνηκε να επηρεάζει τη σχέση μεταξύ γλυκαντικών και γνωστικών λειτουργιών. Στους συμμετέχοντες ηλικίας κάτω των 60 ετών, η υψηλή κατανάλωση συνδέθηκε με μεγαλύτερη επιδείνωση της λεκτικής ευχέρειας και της συνολικής γνωστικής επίδοσης. Αντίθετα, στους συμμετέχοντες ηλικίας άνω των 60 ετών δεν διαπιστώθηκε αντίστοιχη συσχέτιση. Ισχυρότερη ήταν επίσης η σχέση μεταξύ κατανάλωσης γλυκαντικών και γνωστικής έκπτωσης στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα άτομα με διαβήτη χρησιμοποιούν συχνότερα υποκατάστατα ζάχαρης, καθώς συστήνεται συνήθως ο περιορισμός των τροφίμων που αυξάνουν γρήγορα τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
Όταν κάθε γλυκαντική ουσία αξιολογήθηκε ξεχωριστά, έξι από τις επτά εμφάνισαν συσχέτιση με ταχύτερη επιδείνωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας και ιδιαίτερα της μνήμης. Πρόκειται για την ασπαρτάμη, τη σακχαρίνη, την ακεσουλφάμη καλίου, την ερυθριτόλη, τη σορβιτόλη και την ξυλιτόλη. Η ταγγατόζη ήταν η μοναδική ουσία της μελέτης που δεν συσχετίστηκε με γνωστική έκπτωση.
Η επικεφαλής της μελέτης, Claudia Kimie Suemoto, MD, PhD, από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία, δήλωσε ότι τα γλυκαντικά χαμηλών και μηδενικών θερμίδων θεωρούνται συχνά υγιεινή εναλλακτική της ζάχαρης, ωστόσο τα ευρήματα της έρευνας υποδηλώνουν ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες ενδέχεται να σχετίζονται με δυσμενείς επιδράσεις στη λειτουργία του εγκεφάλου με την πάροδο του χρόνου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν πως τα γλυκαντικά προκαλούν γνωστική έκπτωση. Η μελέτη είναι παρατηρησιακή και καταγράφει στατιστική συσχέτιση, γεγονός που σημαίνει ότι άλλοι παράγοντες θα μπορούσαν επίσης να επηρεάζουν τα αποτελέσματα. Επιπλέον, οι διατροφικές πληροφορίες βασίστηκαν στις απαντήσεις των ίδιων των συμμετεχόντων, ενώ η έρευνα δεν περιλάμβανε όλα τα γλυκαντικά που χρησιμοποιούνται σήμερα στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται πρόσθετες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να διερευνηθεί εάν άλλες εναλλακτικές λύσεις αντί της ραφιναρισμένης ζάχαρης, όπως ο πολτός μήλου, το μέλι, το σιρόπι σφενδάμου ή η ζάχαρη καρύδας, μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλες επιλογές σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμού.
Αναφορά: American Academy of Neurology. “Popular sugar substitutes linked to faster brain aging.” ScienceDaily. ScienceDaily, 18 July 2026. <www.sciencedaily.com/releases/2026/07/260717033213.htm>.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Η άγνωστη επιδημία εντεροϊού στη Λέσβο: Η μεγαλύτερη συρροή άσηπτης μηνιγγίτιδας των τελευταίων ετών
- Σκόνη ζελέ: Τι περιέχει πραγματικά και τι κρύβεται πίσω από την ετικέτα
- Λουκέτο σε τουριστικό συγκρότημα μετά από 97 κρούσματα σαλμονέλλωσης – Salmonella βρέθηκε σε γεύματα, εξοπλισμό και πρώτες ύλες
- Η Κομισιόν δεν αποσύρει γνωστό εντομοκτόνο παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ
- McDonald’s και ενεργειακά ποτά: Η foodwatch καταγγέλλει πώληση σε ανήλικους παρά τις συστάσεις του ίδιου του ομίλου