ΑρχικήΝέαΑλιείαΕλλάδα: Έκλεψαν 210 κιλά λαβράκια και τσιπούρες από ιχθυοκλωβούς του ΕΛΚΕΘΕ –...

Ελλάδα: Έκλεψαν 210 κιλά λαβράκια και τσιπούρες από ιχθυοκλωβούς του ΕΛΚΕΘΕ – 10.600 ευρώ η λεία, δύο συλλήψεις (φωτο)

Το ίδιο σκάφος είχε χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα με τις αρχές, και σε προηγούμενες κλοπές αλιευμάτων από την περιοχή.

12 λεπτά ανάγνωσης

Διακόσια δέκα κιλά λαβράκια και τσιπούρες κατασχέθηκαν στα Χανιά μετά τη σύλληψη δύο Ελλήνων, ηλικίας 33 και 27 ετών, οι οποίοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Λιμενικής Αρχής, εντοπίστηκαν να προσεγγίζουν με σκάφος ιχθυοκλωβούς εγκατάστασης στον κόλπο της Σούδας και να αφαιρούν αλιεύματα με δίχτυα. Πέρα από την ποινική διάσταση της υπόθεσης, η αφαίρεση μεγάλης ποσότητας ψαριών από ελεγχόμενη εγκατάσταση δημιουργεί ένα διαφορετικό ζήτημα για την ασφάλεια τροφίμων: ένα ευαλλοίωτο τρόφιμο μπορεί να βρεθεί εκτός των προβλεπόμενων διαδικασιών συγκομιδής, ψύξης, υγιεινής, μεταφοράς, ιχνηλασιμότητας και διάθεσης.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πραλίνα: Σε ισχύ ο Ευρωπαϊκός συναγερμός για δημοφιλή μάρκα – Διανομή και στην Ελλάδα, ανακαλούνται όλες οι παρτίδες (φωτο)

- Advertisement -

Η Λιμενική Αρχή Χανίων ενημερώθηκε από υπάλληλο του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), καθώς δύο άτομα είχαν καταγραφεί μέσω βιντεοκάμερας να προσεγγίζουν με σκάφη τους ιχθυοκλωβούς και να αφαιρούν ψάρια χρησιμοποιώντας δίχτυα. Οι ιχθυοκλωβοί στον κόλπο της Σούδας από τους οποίους, σύμφωνα με το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χανίων, αφαιρέθηκαν τα λαβράκια και οι τσιπούρες ανήκουν στην πιλοτική ερευνητική μονάδα θαλάσσιας υδατοκαλλιέργειας του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ). Η εγκατάσταση λειτουργεί από το 2000 και χρησιμοποιείται για ερευνητικά και πειραματικά προγράμματα υδατοκαλλιέργειας, διαθέτοντας πλωτούς θαλάσσιους κλωβούς στους οποίους εκτρέφονται, ανάλογα με τις ανάγκες των ερευνητικών προγραμμάτων, είδη όπως λαβράκι, τσιπούρα, κρανιός, μαγιάτικο και φαγκρί. Στη μονάδα πραγματοποιούνται μελέτες σχετικά με την ανάπτυξη, τη διατροφή, τη συμπεριφορά, το στρες και τις συνθήκες εκτροφής των ψαριών, καθώς και έρευνες με συστήματα βιντεοπαρακολούθησης και υδροακουστικές τεχνολογίες.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 113 τα κρούσματα Campylobacter από γάλα και 11 νοσηλείες – Τρεις γαλακτοκομικές μονάδες στο επίκεντρο της έρευνας

Στην επιχείρηση συμμετείχαν στελέχη του Γραφείου Ασφάλειας, του Κλιμακίου Ειδικών Αποστολών και της Ομάδας Άμεσης Επέμβασης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Χανίων, με τη συνδρομή βοηθητικού σκάφους περιπολικού πλοίου του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής. Οι δύο άνδρες εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν στο λιμανάκι της Αλμυρίδας κατά την ανέλκυση του σκάφους τους. Από την προανάκριση και την αντιπαραβολή των διαθέσιμων στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές, προέκυψε ότι το ίδιο σκάφος είχε χρησιμοποιηθεί και σε προγενέστερες κλοπές στην περιοχή, στις οποίες είχαν αφαιρεθεί λαβράκια, τσιπούρες και εξοπλισμός παρακολούθησης του ΕΛΚΕΘΕ. Η συνολική αξία των κλοπιμαίων εκτιμήθηκε αρχικά σε ποσό άνω των 10.600 ευρώ.

Κατά τον έλεγχο κατασχέθηκαν τα 210 κιλά αλιευμάτων, το μηχανοκίνητο και ένα βοηθητικό σκάφος, κινητό τηλέφωνο, Ι.Χ. φορτηγό με τρέιλερ μεταφοράς σκάφους, Ι.Χ. επιβατικό όχημα και αντικείμενα που απεστάλησαν για εργαστηριακή εξέταση σχετικά με πιθανή χρήση ή παρουσία ναρκωτικών ουσιών. Οι αναφορές αυτές αποτελούν μέρος της ποινικής έρευνας και δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους επιμόλυνση των κατασχεμένων ψαριών. Η διάκριση είναι ουσιώδης από επιστημονική άποψη: η παρουσία ύποπτου εξοπλισμού στο πλαίσιο μιας αστυνομικής ή λιμενικής έρευνας δεν επιτρέπει συμπέρασμα για τη μικροβιολογική ή χημική κατάσταση ενός τροφίμου χωρίς κατάλληλη δειγματοληψία και εργαστηριακή διερεύνηση.

Για μια επιχείρηση τροφίμων, το σοβαρότερο πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που τα ψάρια αφαιρούνται από την ελεγχόμενη παραγωγική διαδικασία. Τα νωπά ψάρια είναι ιδιαίτερα ευαλλοίωτα και η διατήρηση της ψυκτικής αλυσίδας μετά την αλίευση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διάρκεια ζωής και τη μικροβιολογική τους ποιότητα. Η θερμοκρασία επηρεάζει άμεσα τον ρυθμό ανάπτυξης των μικροοργανισμών αλλοίωσης και ορισμένων παθογόνων. Η ανεπαρκής ή καθυστερημένη ψύξη επιταχύνει τις ενζυμικές και μικροβιακές διεργασίες που υποβαθμίζουν το προϊόν.

Στην οργανωμένη παραγωγή και εμπορία αλιευτικών προϊόντων, η διαχείριση της θερμοκρασίας δεν περιορίζεται στην τοποθέτηση των ψαριών σε έναν ψυχρό χώρο. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων προβλέπει ειδικές απαιτήσεις για τα αλιευτικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων συνθήκες αποθήκευσης και μεταφοράς που διατηρούν τα νωπά προϊόντα σε θερμοκρασία που προσεγγίζει εκείνη του τήγματος του πάγου. Η χρήση καθαρού πάγου, η αποστράγγιση του νερού τήξης, η προστασία από επιμολύνσεις, η καθαριότητα των επιφανειών και των περιεκτών και ο περιορισμός του χρόνου παραμονής σε θερμοκρασίες που ευνοούν τη μικροβιακή ανάπτυξη αποτελούν τεχνικές προϋποθέσεις της ασφαλούς διακίνησης.

Όταν ένα ψάρι αφαιρείται παράνομα από ιχθυοκλωβό, δεν υπάρχει κατ’ ανάγκη τεκμηριωμένη πληροφορία για τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την ψύξη του, τη θερμοκρασία στην οποία διατηρήθηκε, την κατάσταση των διχτυών, των σκαφών, των δοχείων και των επιφανειών με τις οποίες ήρθε σε επαφή, ούτε για τις συνθήκες μεταφοράς του. Εάν το προϊόν εισερχόταν αργότερα στην αγορά μέσω μη ελεγχόμενης διακίνησης, αυτές οι ελλείψεις θα περιόριζαν σοβαρά τη δυνατότητα αξιολόγησης της ασφάλειάς του.

Η επιμόλυνση μπορεί να προκύψει κατά τη σύλληψη, τη φόρτωση, την εκφόρτωση, την αποθήκευση, τη μεταφορά ή τον χειρισμό. Βρώμικα δοχεία, καταστρώματα και εργαλεία, ακατάλληλο νερό ή πάγος, επαφή με καύσιμα, λιπαντικά ή άλλες χημικές ουσίες και διασταυρούμενη επιμόλυνση από χέρια και εξοπλισμό αποτελούν δυνητικές οδούς εισαγωγής βιολογικών ή χημικών κινδύνων. Η πραγματική παρουσία και η συγκέντρωση ενός συγκεκριμένου κινδύνου σε μια συγκεκριμένη παρτίδα μπορούν να διαπιστωθούν μόνο με τα κατάλληλα στοιχεία και, όπου απαιτείται, με εργαστηριακές αναλύσεις.

Στα αλιευτικά προϊόντα μπορεί να απασχολήσουν διαφορετικοί μικροβιολογικοί κίνδυνοι ανάλογα με το είδος, το υδάτινο περιβάλλον, τις συνθήκες παραγωγής και τους χειρισμούς μετά την αλίευση. Παθογόνα όπως Listeria monocytogenes, Salmonella spp. και ορισμένα είδη Vibrio έχουν ιδιαίτερη σημασία σε συγκεκριμένες κατηγορίες αλιευτικών προϊόντων και συνθήκες έκθεσης. Η παρουσία τους δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη σε λαβράκι ή τσιπούρα ούτε μπορεί να συναχθεί από την παράνομη αφαίρεση των ψαριών. Η απώλεια ελέγχου των συνθηκών υγιεινής και θερμοκρασίας, όμως, αυξάνει την αβεβαιότητα σχετικά με τη μικροβιολογική κατάσταση του προϊόντος.

Η εμφάνιση και η οσμή δεν επαρκούν για να αποδείξουν ότι ένα τρόφιμο είναι ασφαλές. Ένα ψάρι μπορεί να μην εμφανίζει εμφανή σημεία αλλοίωσης και παρ’ όλα αυτά να έχει εκτεθεί σε ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής ή θερμοκρασίας. Από την άλλη πλευρά, οργανοληπτικές μεταβολές, όπως δυσάρεστη οσμή, αλλοιωμένη υφή ή άλλες εμφανείς ενδείξεις υποβάθμισης, αποτελούν λόγο απόρριψης και όχι μέθοδο επιβεβαίωσης της ασφάλειας.

Για τον καταναλωτή, μια τροφιμογενής λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο και πυρετό, με τη βαρύτητα και τη διάρκεια να εξαρτώνται από τον μικροοργανισμό, τη μολυσματική δόση και την κατάσταση υγείας του ατόμου. Ηλικιωμένοι, έγκυες, μικρά παιδιά και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορούν να αντιμετωπίσουν σοβαρότερες επιπλοκές από ορισμένα τροφιμογενή παθογόνα. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει πάντοτε να γίνεται σε σχέση με τον συγκεκριμένο μικροοργανισμό και το συγκεκριμένο τρόφιμο και όχι με γενικεύσεις για όλα τα ψάρια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χημική επιμόλυνση. Σε μη ελεγχόμενες συνθήκες μεταφοράς ή αποθήκευσης, τα αλιεύματα μπορεί να έρθουν σε επαφή με ουσίες που δεν προορίζονται για τρόφιμα, όπως καύσιμα, έλαια μηχανών, λιπαντικά ή υπολείμματα καθαριστικών. Το είδος του χημικού κινδύνου, η πιθανότητα μεταφοράς του στο τρόφιμο και η έκθεση του καταναλωτή εξαρτώνται από τις πραγματικές συνθήκες επαφής. Δεν είναι επιστημονικά ορθό να αποδίδεται χημική επιμόλυνση σε κατασχεμένα αλιεύματα χωρίς αναλυτικά δεδομένα.

Εξίσου κρίσιμη για μια επιχείρηση είναι η ιχνηλασιμότητα. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 θεμελιώνει την απαίτηση δυνατότητας εντοπισμού των τροφίμων, των ζωοτροφών, των ζώων που χρησιμοποιούνται για παραγωγή τροφίμων και των σχετικών ουσιών στα καθορισμένα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής. Στα προϊόντα υδατοκαλλιέργειας, η τεκμηρίωση της προέλευσης συνδέεται επίσης με πληροφορίες που συνοδεύουν το προϊόν στην αλυσίδα εμπορίας.

Ένα αλίευμα άγνωστης ή παραποιημένης εμπορικής προέλευσης δημιουργεί κενό σε αυτή την αλυσίδα. Ο επαγγελματίας που παραλαμβάνει ψάρια χωρίς επαρκή παραστατικά και πληροφορίες προέλευσης δεν μπορεί να βασιστεί σε ένα αξιόπιστο ιστορικό για την παρτίδα, τον προμηθευτή, τον χρόνο διακίνησης και τις συνθήκες υπό τις οποίες το προϊόν έφθασε στην επιχείρησή του. Σε περίπτωση προβλήματος, η δυνατότητα ταχείας ταυτοποίησης και απόσυρσης της εμπλεκόμενης παρτίδας γίνεται δυσκολότερη.

Η πρόληψη σε μονάδες υδατοκαλλιέργειας απαιτεί συνδυασμό φυσικής ασφάλειας και συστήματος ασφάλειας τροφίμων. Ο έλεγχος πρόσβασης στις εγκαταστάσεις, η επιτήρηση κρίσιμων σημείων, η καταγραφή συμβάντων, η διαχείριση κλειδιών και εξοπλισμού, η απογραφή παραγωγής και η δυνατότητα γρήγορου εντοπισμού ασυνήθιστων απωλειών μπορούν να περιορίσουν τόσο τις κλοπές όσο και τον κίνδυνο μη εξουσιοδοτημένης παρέμβασης στην παραγωγή. Οι διαδικασίες αυτές χρειάζεται να συνδέονται με το σύστημα HACCP και τα προαπαιτούμενα προγράμματα της εγκατάστασης όπου επηρεάζουν την ασφάλεια του προϊόντος.

Μετά από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε ιχθυοκλωβούς, η επιχείρηση χρειάζεται να εξετάζει αν υπήρξε παρέμβαση σε εξοπλισμό, ζωοτροφές, φαρμακευτικά προϊόντα, συστήματα παρακολούθησης ή άλλες κρίσιμες υποδομές. Η καταγραφή του χρόνου και του σημείου του συμβάντος, η ταυτοποίηση των επηρεαζόμενων κλωβών ή παρτίδων και η αξιολόγηση της ανάγκης για πρόσθετους ελέγχους επιτρέπουν τεκμηριωμένες αποφάσεις. Εάν υπάρχουν ενδείξεις που δημιουργούν εύλογη υποψία επιμόλυνσης, απαιτείται αξιολόγηση από αρμόδιο επιστημονικό προσωπικό και επιλογή κατάλληλων αναλύσεων βάσει του πιθανού κινδύνου.

Η ασφάλεια των εγκαταστάσεων μπορεί να ενταχθεί και στη λογική του food defense, δηλαδή της προστασίας των τροφίμων από σκόπιμες ενέργειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ακεραιότητα ή την ασφάλειά τους. Η κλοπή δεν ταυτίζεται με σκόπιμη επιμόλυνση και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια. Μια μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, ωστόσο, δικαιολογεί έλεγχο των σημείων στα οποία τρίτοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε προϊόντα ή κρίσιμες υποδομές.

Για τις επιχειρήσεις χονδρικής, τα ιχθυοπωλεία και την εστίαση, η προμήθεια από ταυτοποιημένους και ελεγχόμενους προμηθευτές είναι η πρώτη γραμμή προστασίας απέναντι σε αλιεύματα αμφίβολης προέλευσης. Η παραλαβή πρέπει να περιλαμβάνει έλεγχο των συνοδευτικών εγγράφων και των απαιτούμενων πληροφοριών, της κατάστασης του προϊόντος, της θερμοκρασίας όπου απαιτείται, της καθαριότητας του μέσου μεταφοράς και της αντιστοιχίας ανάμεσα στο προϊόν και στα στοιχεία της παρτίδας. Ασυνήθιστα χαμηλή τιμή, αδυναμία παροχής παραστατικών ή ασαφείς απαντήσεις για την προέλευση αποτελούν λόγους για αυξημένο έλεγχο και, ανάλογα με την περίπτωση, απόρριψη της παραλαβής.

Ο καταναλωτής μπορεί να μειώσει την έκθεσή του αγοράζοντας ψάρια από νόμιμα σημεία πώλησης, στα οποία υπάρχουν οι προβλεπόμενες πληροφορίες για το προϊόν και μπορεί να προσδιοριστεί ο υπεύθυνος της διάθεσής του. Η αγορά ψαριών από ιδιώτες, από μη ελεγχόμενα σημεία ή μέσω συναλλαγών χωρίς σαφή προέλευση στερεί από τον αγοραστή σημαντικά στοιχεία για την αλυσίδα διακίνησης και τις συνθήκες συντήρησης.

Μετά την αγορά, τα νωπά ψάρια πρέπει να μεταφέρονται στο σπίτι χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να διατηρούνται σε κατάλληλη ψύξη, με ιδιαίτερη προσοχή κατά τους θερμούς μήνες. Η αποφυγή διασταυρούμενης επιμόλυνσης στην κουζίνα απαιτεί καθαρά χέρια, σκεύη και επιφάνειες, καθώς και διαχωρισμό των ωμών ψαριών από τρόφιμα που πρόκειται να καταναλωθούν χωρίς περαιτέρω θερμική επεξεργασία. Το επαρκές μαγείρεμα μειώνει πολλούς μικροβιολογικούς κινδύνους, αλλά δεν διορθώνει κάθε πιθανό πρόβλημα που μπορεί να έχει δημιουργηθεί από κακή συντήρηση ή χημική επιμόλυνση.

Η υπόθεση στα Χανιά αφορά, σύμφωνα με την ανακοίνωση των αρχών, διερεύνηση για συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση και διακεκριμένη κλοπή καθώς και παράβαση της νομοθεσίας περί εξαρτησιογόνων ουσιών. Ένας από τους συλληφθέντες είχε, κατά τις ίδιες πληροφορίες, απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές για συναφείς παράνομες δραστηριότητες. Οι δύο συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, ενώ η προανάκριση από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χανίων συνεχίζεται. Μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας ισχύει το τεκμήριο αθωότητας και οι αναφορές στις αποδιδόμενες πράξεις δεν συνιστούν δικαστική κρίση περί ενοχής.

Για τα 210 κιλά λαβρακιού και τσιπούρας που κατασχέθηκαν δεν προκύπτει από τα στοιχεία της συγκεκριμένης ανακοίνωσης εργαστηριακό εύρημα που να αποδεικνύει ότι τα ψάρια ήταν μολυσμένα ή ακατάλληλα για κατανάλωση. Εκείνο που μπορεί να αξιολογηθεί με όρους ασφάλειας τροφίμων είναι η απουσία τεκμηριωμένου ελέγχου της μετασυλλεκτικής διαχείρισης όταν ένα αλίευμα απομακρύνεται παράνομα από την παραγωγική εγκατάσταση. Χρόνος, θερμοκρασία, υγιεινή χειρισμών, κατάσταση του εξοπλισμού, συνθήκες μεταφοράς και ιχνηλασιμότητα είναι στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η δυνατότητα μιας επιχείρησης ή μιας αρμόδιας αρχής να αξιολογήσει αξιόπιστα την ασφάλεια μιας παρτίδας αλιευτικών προϊόντων.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Κανονισμός PPWR: Γιατί η βιομηχανία ζητά να σταματήσουν οι πρόσθετες απαιτήσεις από τις μεγάλες αλυσίδες

Μην ζητάτε περισσότερα από όσα προβλέπει ο PPWR», το μήνυμα της βιομηχανίας

Κρέας: Ανθεκτικό βακτήριο εντοπίστηκε σε προϊόντα, εργαζόμενους και καταναλωτές

Νέα μελέτη εντοπίζει πολυανθεκτικά στελέχη εντερόκοκκου και γενετικές ομοιότητες μεταξύ διαφορετικών πηγών