Το βαλσαμόχορτο, γνωστό επίσης ως υπερικό ή σπαθόχορτο, είναι το πολυετές φυτό Hypericum perforatum L. της οικογένειας Hypericaceae, με χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη και μικρά φύλλα που φέρουν διαφανή στίγματα. Φύεται και στην Ελλάδα και αποτελεί μέρος της παραδοσιακής βοτανοθεραπείας. Εθνοβοτανική έρευνα στην Κεντρική Μακεδονία κατέγραψε τις ονομασίες βαλσαμόχορτο και σπαθόχορτο και παραδοσιακές χρήσεις ελαιωδών ή αλκοολικών εκχυλισμάτων σε πληγές και εγκαύματα. Στη νεότερη ελληνική παράδοση είναι ιδιαίτερα γνωστό το ελαιώδες εκχύλισμα του φυτού, το οποίο συνδέεται με τις ονομασίες βαλσαμέλαιο και σπαθόλαδο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Στα διεθνή ΜΜΕ η περιπέτεια 64χρονου: Σήψη, πολυοργανική ανεπάρκεια και καρδιακή ανακοπή μετά από γεύμα με κοτόπουλο
Η σχέση του φυτού με την ελληνική θεραπευτική παράδοση είναι πολύ παλαιότερη. Πηγές αναφέρουν ότι το υπερικό ήταν γνωστό σε αρχαίους Έλληνες ιατρούς, μεταξύ των οποίων ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και ο Γαληνός. Η ονομασία «σπαθόχορτο» συνδέεται με την παραδοσιακή χρήση του για την περιποίηση τραυμάτων από σπαθιά, ενώ το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων καταγράφει αναφορές του στην Ιπποκρατική Συλλογή και στον Διοσκουρίδη για διάφορες θεραπευτικές χρήσεις της εποχής. Σύγχρονη εθνοφαρμακολογική έρευνα στο Πήλιο κατέγραψε επίσης το H. perforatum μεταξύ των συχνότερα αναφερόμενων φυτών για παραδοσιακή αντιμετώπιση δερματικών προβλημάτων, όπως πληγές, έκζεμα και τσιμπήματα εντόμων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση επιτραπέζιων ελιών από μεγάλες αλυσίδες λόγω Listeria – Πώς μπορεί να μολυνθεί ένα προϊόν άλμης και ζύμωσης;
Το επιστημονικό ενδιαφέρον σήμερα επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στην υπερφορίνη, μία από τις κύριες βιοδραστικές ενώσεις του φυτού. Νέα ανασκόπηση με τίτλο «Hyperforin as a Multifunctional Specialized Metabolite of Natural Origin for Chronic Diseases: From Molecular Mechanisms to Clinical Translation» δημοσιεύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 στο περιοδικό Current Issues in Molecular Biology. Στη συγγραφική ομάδα συμμετείχαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν αφηγηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στις PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, Embase και Google Scholar έως τις 25 Ιουλίου 2026, εξετάζοντας εργαστηριακές, ζωικές, φαρμακοκινητικές και κλινικές μελέτες, καθώς και συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις. Η υπερφορίνη εμφανίζει σε πειραματικές μελέτες νευροπροστατευτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιοξειδωτικές, ανοσορρυθμιστικές, αντιμικροβιακές, μεταβολικές, αντικαρκινικές και σχετιζόμενες με την αναγέννηση ιστών δράσεις. Επηρεάζει συστήματα που σχετίζονται με τη νευροδιαβίβαση, τη νευροπλαστικότητα, την ομοιόσταση του ασβεστίου, τη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, τη μιτοχονδριακή λειτουργία, την απόπτωση και τον μεταβολισμό. Οι περισσότερες από αυτές τις παρατηρήσεις προέρχονται από κυτταρικές και ζωικές μελέτες.
Η ισχυρότερη κλινική τεκμηρίωση αφορά την ήπια έως μέτρια κατάθλιψη. Τυχαιοποιημένες δοκιμές, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν καταγράψει αποτελεσματικότητα τυποποιημένων παρασκευασμάτων H. perforatum που περιέχουν υπερφορίνη. Σε αρκετές μελέτες καταγράφηκαν μειώσεις στη βαρύτητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και βελτιώσεις στην ψυχολογική ευεξία και την ποιότητα ζωής. Η μελέτη τονίζει ότι τα κλινικά δεδομένα αφορούν κυρίως πολυσυστατικά εκχυλίσματα και όχι καθαρή υπερφορίνη. Επαρκώς ισχυρές τυχαιοποιημένες δοκιμές με απομονωμένη υπερφορίνη δεν υπάρχουν, επομένως η κλινική δράση των εκχυλισμάτων δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε αυτή την ουσία.
Για νευροεκφυλιστικές, καρδιομεταβολικές, φλεγμονώδεις, ογκολογικές, λοιμώδεις, γαστρεντερικές και μυοσκελετικές εφαρμογές, η τεκμηρίωση παραμένει κυρίως προκλινική. Στον καρκίνο, για παράδειγμα, έχουν καταγραφεί πειραματικές αντιπολλαπλασιαστικές, προαποπτωτικές, αντιδιηθητικές και αντιαγγειογενετικές δράσεις, αλλά οι περισσότερες μελέτες είναι in vitro.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η ασφάλεια των προϊόντων. Η υπερφορίνη ενεργοποιεί τον υποδοχέα PXR και αυξάνει την έκφραση του CYP3A4 και της P-glycoprotein, μηχανισμός που μπορεί να επιταχύνει την απομάκρυνση συγχορηγούμενων φαρμάκων και να μειώσει τη συστηματική έκθεση και την αποτελεσματικότητά τους. Η ανασκόπηση καταγράφει αλληλεπιδράσεις παρασκευασμάτων H. perforatum με αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, αντιπηκτικά, ανοσοκατασταλτικά, αντιρετροϊκά, αντικαρκινικά και καρδιαγγειακά φάρμακα.
Η περιεκτικότητα σε υπερφορίνη παρουσιάζει επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ εμπορικών προϊόντων. Η ανασκόπηση παραθέτει αξιολογήσεις της EFSA στις οποίες οι διαφορές μεταξύ παρασκευασμάτων ξεπέρασαν σε ορισμένες περιπτώσεις τις 60 φορές, ενώ η περιεκτικότητα σε υπερφορίνη συσχετίστηκε με το μέγεθος της επαγωγής του CYP3A4.
Η ανασκόπηση εξετάζει επίσης την υπερφορίνη σε σχέση με την επούλωση τραυμάτων και τη λειτουργία του δέρματος. Πειραματικές μελέτες με καθαρή υπερφορίνη ή παρασκευάσματα που την περιέχουν έχουν συσχετίσει τη δράση της με τη διαφοροποίηση των κερατινοκυττάρων, το κλείσιμο των τραυμάτων, την επαναεπιθηλιοποίηση, την αποκατάσταση του επιδερμικού φραγμού, την αγγειογένεση, την αναδιαμόρφωση της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας και την οργάνωση του κολλαγόνου. Οι ερευνητές αναφέρουν ακόμη πιθανή συμβολή των αντιφλεγμονωδών, αντιοξειδωτικών και αντιμικροβιακών ιδιοτήτων που έχουν παρατηρηθεί πειραματικά. Πολλές από τις in vivo μελέτες, ωστόσο, έχουν χρησιμοποιήσει πολυσυστατικά παρασκευάσματα πλούσια σε υπερφορίνη και όχι την απομονωμένη ένωση.
Ένα ακόμη πεδίο που εξετάζεται είναι ο πόνος. Σε προκλινικά μοντέλα νευροπαθητικού πόνου, μεταξύ των οποίων μοντέλα διαβητικής νευροπάθειας, χρόνιας συμπιεστικής βλάβης και νευροπάθειας που προκαλείται από οξαλιπλατίνη, έχουν καταγραφεί μείωση της υπεραλγησίας και βελτίωση των ουδών αλγαισθησίας. Οι μηχανισμοί που εξετάζονται περιλαμβάνουν τη ρύθμιση της μονοαμινεργικής και οπιοειδούς σηματοδότησης, τη μείωση φλεγμονωδών αποκρίσεων και της προσταγλανδίνης Ε2, καθώς και επιδράσεις στη νευροφλεγμονή και το οξειδωτικό στρες. Και σε αυτό το πεδίο, σημαντικό μέρος των δεδομένων προέρχεται από παρασκευάσματα H. perforatum και όχι από καθαρή υπερφορίνη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντιβακτηριακή δράση. In vitro μελέτες έχουν καταγράψει δραστικότητα της υπερφορίνης και παρασκευασμάτων H. perforatum απέναντι κυρίως σε Gram-θετικά βακτήρια, όπως Staphylococcus aureus, ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA), Streptococcus pneumoniae, Streptococcus pyogenes και Enterococcus faecalis. Ιδιαίτερα έντονη δραστικότητα έχει αναφερθεί απέναντι σε ανθεκτικά στελέχη σταφυλόκοκκου. Τα ευρήματα παραμένουν κατά κύριο λόγο εργαστηριακά και δεν έχουν επιβεβαιωθεί εκτενώς σε κατάλληλα ζωικά μοντέλα λοιμώξεων ή σε κλινικές μελέτες.