Οι ερευνητές ανέλυσαν έξι διαφορετικά δείγματα λευκής ζάχαρης από μεγάλες μάρκες και αλυσίδες διανομής.
Ο καφές είναι για πολλούς μια μικρή καθημερινή τελετουργία. Ένα φλιτζάνι στο σπίτι, ένα διάλειμμα στη δουλειά, μια συνήθεια που μοιάζει απλή και ακίνδυνη. Προσθέτουμε λίγη ζάχαρη σχεδόν μηχανικά, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι όμως, πίσω από αυτό το κουταλάκι που αναμειγνύεται στο φλιτζάνι, μπορεί να κρύβονται ουσίες και σωματίδια που δεν βλέπουμε και δεν υποψιαζόμαστε. Όχι επειδή ο καφές ή η ζάχαρη είναι από μόνοι τους «επικίνδυνοι», αλλά επειδή η σύγχρονη τροφική αλυσίδα φέρνει στο πιάτο μας —και στο φλιτζάνι μας— μορφές ρύπανσης τόσο μικρές που περνούν απαρατήρητες, ενώ η επιστήμη μόλις αρχίζει να καταλαβαίνει τι σημαίνουν για την υγεία μας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός για πελτέ ευρείας κατανάλωσης – Τι δεν εντόπισαν οι έλεγχοι πριν από την κυκλοφορία του προϊόντος
Μια νέα ιταλική επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η ζάχαρη, ένα τρόφιμο που καταναλώνεται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους, μπορεί να περιέχει μεγάλο αριθμό μικροπλαστικών. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται κυρίως για πολύ μικρά σωματίδια, τα οποία μέχρι σήμερα δεν ανιχνεύονταν με τις συνήθεις μεθόδους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται πασίγνωστα μπισκότα από τα ράφια των σούπερ μάρκετ – Το σοβαρό λάθος που τα κάνει επικίνδυνα (φωτογραφία)
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Μετρολογικής Έρευνας της Ιταλίας (INRiM), με έδρα το Τορίνο. Οι ερευνητές εντόπισαν μικροπλαστικά μικρότερα των 20 μικρομέτρων, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση να βρίσκεται στο εύρος 5 έως 10 μικρομέτρων. Αυτά τα μεγέθη θεωρούνται πιο κρίσιμα, επειδή είναι πιο εύκολο να αλληλεπιδράσουν με βιολογικούς ιστούς και είναι σχεδόν αόρατα στα περισσότερα συστήματα ελέγχου.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γιατί άλλες μαγιονέζες είναι λευκές κι άλλες περισσότερο κίτρινες;
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλείται ολόκληρη παρτίδα ξηρών καρπών – Εντοπίστηκε επικίνδυνο βακτήριο από τις Αρχές
Σε αντίθεση με πολλές προηγούμενες έρευνες, η ομάδα του INRiM δεν χρησιμοποίησε χημική επεξεργασία για να «χωνέψει» την οργανική ύλη της ζάχαρης. Αντίθετα, η ζάχαρη διαλύθηκε απλώς σε υπερκάθαρο νερό. Η επιλογή αυτή ήταν καθοριστική, καθώς οι χημικές μέθοδοι μπορούν να καταστρέψουν ή να θρυμματίσουν τα πλαστικά σωματίδια, οδηγώντας σε υποεκτίμηση των μικρότερων μικροπλαστικών. Με την ήπια μέθοδο διάλυσης, τα σωματίδια διατηρήθηκαν ακέραια και κατέστη δυνατή η ανίχνευσή τους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αγωγή – μαμούθ κατά εταιρειών κολοσσών: 192 πολίτες διεκδικούν 36 εκατ. ευρώ για απόβλητα που μολύνουν τρόφιμα και νερό
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σφηνάκια ελαιόλαδου, σπόροι chia και άλλα viral μυστικά στα social – Τι πραγματικά κάνουν για την υγεία του εντέρου;
Οι ερευνητές ανέλυσαν έξι διαφορετικά δείγματα λευκής ζάχαρης από μεγάλες ιταλικές μάρκες και αλυσίδες διανομής. Τα προϊόντα προέρχονταν από διαφορετικούς τύπους συσκευασίας, όπως σακούλες του ενός κιλού και του μισού κιλού, αλλά και μονοδόσεις των 4 και 5 γραμμαρίων, σε χαρτί και σε πλαστικό. Στόχος ήταν να εξεταστεί αν η μόλυνση μπορεί να σχετίζεται με διαφορετικά στάδια της παραγωγής και της συσκευασίας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μεγαλύτερα μικροπλαστικά, άνω των 50 μικρομέτρων, ήταν σχετικά λίγα. Αντίθετα, η συντριπτική πλειονότητα των σωματιδίων βρέθηκε σε πολύ μικρά μεγέθη. Περίπου το 60% των μικροπλαστικών ανήκε στην κατηγορία 5–10 μικρομέτρων, ενώ συνολικά σχεδόν όλα ήταν μικρότερα από 20 μικρόμετρα. Στα δείγματα μονοδόσεων των 5 γραμμαρίων, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται συνήθως σε καφέ και μπαρ, εντοπίστηκαν πάνω από 1.000 μικροπλαστικά ανά δείγμα.
Η μελέτη κατέγραψε και το είδος των πλαστικών. Το πιο συχνό πολυμερές ήταν το PVC, ενώ ακολούθησαν το πολυαιθυλένιο, το πολυστυρένιο, το πολυπροπυλένιο και το PET. Η κυριαρχία του PVC θεωρείται ασυνήθιστη, καθώς σε πολλές άλλες έρευνες επικρατούν υλικά που χρησιμοποιούνται κυρίως στις συσκευασίες. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η παρουσία του PVC μπορεί να σχετίζεται με βιομηχανικό εξοπλισμό, όπως σωληνώσεις, εξαρτήματα και μηχανικά μέρη, χωρίς να αποδίδουν τη μόλυνση σε μία συγκεκριμένη πηγή.
Οι πολύ μικρές διαστάσεις των σωματιδίων είναι και το βασικό στοιχείο ανησυχίας. Τα μικροπλαστικά κάτω των 10 μικρομέτρων θεωρούνται πιο επικίνδυνα, επειδή έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να διαπεράσουν βιολογικά εμπόδια και να προκαλέσουν φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει ακόμη καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα για τις επιπτώσεις τους στην υγεία, όμως το ενδιαφέρον είναι έντονο, τόσο για τα ίδια τα πλαστικά όσο και για τις χημικές ουσίες που μπορεί να μεταφέρουν.
Η έρευνα αναδεικνύει και ένα σημαντικό κενό στη νομοθεσία. Οι ισχύουσες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις λαμβάνουν υπόψη κυρίως μικροπλαστικά άνω των 20 μικρομέτρων. Σύμφωνα όμως με τα δεδομένα της μελέτης, περίπου το 90% των σωματιδίων που βρέθηκαν στη ζάχαρη ήταν μικρότερα από αυτό το όριο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο συχνές μορφές μικροπλαστικών είναι και εκείνες που σήμερα δεν καλύπτονται επαρκώς από τα συστήματα ελέγχου.
Η περίπτωση της ζάχαρης δείχνει ότι η έκθεση στα μικροπλαστικά δεν αφορά μόνο το νερό ή τα θαλασσινά, αλλά και βασικά τρόφιμα της καθημερινής διατροφής, και ότι η πραγματική έκταση του φαινομένου μπορεί να είναι μεγαλύτερη από ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα.
Διαβάστε ολόκληρη την έρευνα ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
Φωτογραφία άρθρου made with canva